Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

~Silent night, deadly night~




Το κείμενο είναι κυριολεκτικά κλεμμένο από τον TaSosPap, που του ζήτησα την άδεια της δημοσίευσής του και αρνήθηκε. Δεν είχα  άλλη επιλογή. Το κείμενο έπρεπε να διαβαστεί.
Ο ηθικός αυτουργός του είναι ένας Σκοπευτής, που Παρατηρεί αιώνες πριν αποφασίσει να τραβήξει τη σκανδάλη προς τα πολύτιμα….
Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Δεν αντέχω να ξαναζήσω αυτό το μαρτύριο της υποκριτικής φιλανθρωπίας που ξυπνά για 15  μέρες, βαριά ένα μήνα. Δεν αντέχω να στολίζουν τη φτώχεια με λαμπιόνια και κομφετί  αποκριάτικης  πλάνης. Δεν αντέχω να περιμένουν το μάννα εξ ουρανού οι δεμένοι στα σκλαβοπάζαρα της Συνείδησης…. Δεν αντέχω την εμπορευματοποίηση της λαχτάρας για  ευτυχία και δικαίωση.... ΚΑΠΟΙΟΣ πρέπει να το σταματήσει αυτό…. 
Και τότε συνάντησα τον TaSosPap:


..έσφιξα το μάγουλο στο κοντάκι, πέρασα την ματιά μου μέσα από την διόπτρα της Bausch & Lomb και ακούμπησα απαλά την σκανδάλη. 2/3 της ανάσας εκπνοή, μάζεμα τα μπόσικα και πίεση. Η βολίδα των 0.50’’ βρήκε τον τάρανδο ακριβώς κάτω από το δεξί μάτι.
Έπεσε σαν να τον χτύπησε αμαξοστοιχία φορτωμένη σιδηρομετάλλευμα. Κρεμάστηκε στον αέρα από τα χαλινάρια και το υποζύγιο, άψυχος μόνο για μια στιγμή. Κατόπιν μετατράπηκε κατευθείαν σε χιόνι που έπεφτε από ψηλά...

‘’Τι στον διάολο γίνεται...?!’’ μουρμούρισα....
‘’οκ, ας χιονίσει ταράνδους, λοιπόν..’’
Και σημάδεψα το διπλανό του.
Οι υπόλοιποι πέντε που μείναν να τραβάνε το έλκηθρο, δεν πτοηθήκαν καθόλου.
Το ίδιο εύκολα πέσαν και οι επόμενοι τέσσερις.
Άφησα τον έναν να τραβάει, γιατί έτσι είχα μια αργή ακολουθία με την διόπτρα, ενώ αν τον ξεπάστρευα τον μπάσταρδο, το έλκυθρο με τον κωλόγερο θα έπεφτε με ελεύθερη πτώση...
Σημάδεψα τον γέρο με τα λευκά γένεια και τα κόκκινα ρούχα ακριβώς στον κρόταφο.
Πάτησα την σκανδάλη και η Μ33 ήταν το τελευταίο πράγμα που του πέρασε από το μυαλό.
Ακολούθησε και ο τελευταίος τάρανδος την τύχη των υπολοίπων.
Κατέβασα το Barrett από την κουπαστή που ακουμπούσα το δίποδό του και άρχισα να το λύνω. Ήδη η κάνη άχνιζε ελαφρά.

Τότε άκουσα πίσω μου κλάματα, φωνές και τσιρίδες....
Γύρισα και αντίκρισα κάτω από το ικρίωμα, που είχα ανέβει για να έχω θέα του στόχου μου, πλήθος μανάδων με τα πιστιρίκια τους στα χέρια να κλαίνε όλοι μαζί, να οδύρονται και να μου φωνάζουν....
Άφησα αυτό που έκανα, και κάθισα κρεμώντας τα πόδια μου στο κενό.
Στήριξα τα χέρια μου στις αντηρίδες και χάζεψα όλο αυτό το πλήθος, σαν να το απολάμβανα...
’’Βγάλτε τον σκασμό...!’’ είπα ελάχιστα πιο δυνατά.
Το βούλωσαν όλοι, σχεδόν μονομιάς.

’’Τι πρόβλημα έχετε, θα σας λείψουν τα δώρα...?!’’ρώτησα χωρίς να τις αφήσω να μου απαντήσουν.
’’΄Η μήπως θα σας λείψει αυτό που πιστεύετε...?!” συνέχισα.
‘’Τα δώρα σας τα κρατάτε ήδη στα χέρια σας. Και για τα πιτσιρίκια τα δώρα τους, είστε εσείς, ηλίθιες κακοβολεμένες νοικοκυρές...’’
’’Αυτό που πρέπει να πιστεύετε δεν το σκότωσα.
Πιστέψτε στον εαυτό σας και κάντε τα παιδιά σας να πιστέψουν στις δικές τους ικανότητες. Ένα πράγμα πρέπει να κάνετε και τίποτε άλλο: τα αγόρια άντρες και τα κοριτσάκια γυναίκες. Αυτός είναι ο σκοπός σας....‘’

Μπήκα στο αμάξι και κοίταξα την λίστα.
Σειρά είχαν όλοι εκείνοι που φτιάχνουν χριστουγεννιάτικα στολίδια και μπάλες.
Ακολουθούσαν όλοι όσοι πωλούσαν αληθινά δέντρα και όλοι όσοι κρεμούσαν κάλτσες στα τζάκια.
Σίγουρα δεν θα άφηνα κανέναν.

Αυτή η αηδία κάποια στιγμή έπρεπε να τελειώσει.
Και θα την τελείωνα Εγώ...[...]