Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Αδιέξοδο





Κλειδωμένη εντός
κλειδωμένη εκτός
με το όνομά της μαζί
την ψυχή της χώρια
δυσκολευόταν να ορίσει 
το χώρο και τη διάρκεια
μπέρδευε την παιδική της ηλικία
με την ενηλικίωση
τα πλαστικά κλειδιά
των κουκλόσπιτων
με τα μεταλλικά του σπιτιού,
του αυτοκινήτου,
του γραφείου της.
Έμενε ώρες νηστική 
στο κενό ανάμεσα στο Είμαι 
και στο Γίνομαι
λιπόθυμη με το ένα πόδι στον αέρα
σαν για σάλτο
ή τιμωρία
κι ο χρόνος τη χτυπούσε στον ώμο
της διέλυε την ισορροπία
της σήκωνε το φουστάνι
κοροϊδεύοντας όλα της τα είδωλα
σ' όλες τις χρονικές στιγμές
που πέρασαν 
και που θα 'ρθουν
κι εκείνη  κλαίγοντας 
θρεφόταν με αλάτι και νερό
κι άρχιζε να κολυμπά μέσα της
ο θάνατος
κρατώντας στα δόντια του τα κλειδιά της
τα πλαστικά
και τ' από μέταλλο
κλειδώνοντάς την ακόμη πιο εντός
κι ακόμη πιο εκτός
αναγκάζοντάς τη να
ή να μην.
















Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Σπιτάκι


Θέλω ένα σπίτι  μικρό
να χωρέσουμε τις αμέτρητες ζωές μας
να πέφτω πάνω σου στο χωλ
να στριμωχνόμαστε στην κουζίνα
ο καφές μου να αδειάζει στην κούπα σου
με τα χείλη σου να πίνουμε και οι δύο
με ένα πιρούνι να τσιμπάμε τα γεύματα
από ένα πιάτο
σε μία καρέκλα καθισμένοι
με ένα χέρι να μάς ταϊζεις
με το άλλο να με κρατάς
μην πέσω
και να φτάνουν οι ευτυχίες
να χορτάσουν όλη την ανθρωπότητα
που πεινά - πίστεψέ με- για αγκαλιά.
Κι όταν βραδιάζει
να βλέπουμε ταινίες
ξαπλωμένοι στον καναπέ
ο ένας μέσα στο σώμα του άλλου
γιατί ο υλικός χώρος στενεύει, Μωρό μου,
μόνο η απεραντοσύνη της Συνύπαρξης
μάς χωρά.
Και το σενάριο δε θα χωρά στην μικρή οθόνη
θα στρέφομαι στα μάτια σου
να δω την αλήθεια των διαλόγων
και δε θα ρωτάω αν μ' αγαπάς
θα το διαισθάνομαι
όπως όταν μοσχομυρίζουν τα λίγα τετραγωνικά μας
απ' το μαγειρεμένο φαγητό
που πριν το δοκιμάσεις
ξέρεις πόσο νόστιμο είναι.

Θέλω ένα σπίτι μικρό
με ένα μπαλκόνι που δε φράσσεται από τείχη
να ταξιδεύει ο νους μας
πιο πέρα από το σώμα
να σε παιδεύω μέσα σε ορειβασίες
καθώς λαχανιάζεις να κρεμάσεις
τις ιδρωμένες στιγμές μας
στην  πιο φωτεινή συστοιχία του Σύμπαντος
με όλα τα έτη φωτός ασημαντότητες
μπροστά στο αιώνιο στιγμιότυπο
της πιο ευτυχισμένης φωτογραφίας μας.

Θέλω ένα σπίτι μικρό
με ένα μόνο κλειδί
χωρίς αντικλείδι
στο σχήμα που αποκτούν τα σώματά μας
όταν ενώνονται και γεννούν γαλαξίες.




-----------------------------------------------------





Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Θέα απ το παράθυρο ενός ποιητή




Προκλητικά σεμνή
κι αδικαιολόγητα μόνη
σαν Ιστορία ενός ασήμαντου γεγονότος
που έγινε μύθος
μέσα σε λέξεις καθημερινές
που όλοι τις προφέρουν
μα κανείς δε θυμάται το αληθινό τους νόημα
και το σκοπό τους.

Τυλιγμένη με μία ρόμπα
ξεσκονίζει τα παγκάκια της πλατείας
από την απουσία των ερωτευμένων
χαράματα
πριν ο ποιητής γράψει το σημερινό του ποίημα
εκείνη έχει προλάβει να σκαλίσει
χαϊκού με τα μικρά της βήματα
σ' όλα τα παρτέρια
για τα μάτια των αστέγων
που σε λίγο θα ξυπνήσουν
παγωμένοι από ένα θάνατο
για να φιλοξενηθούν
στη στροφή κάποιου ποιήματος
που θα βραβευτεί για τη μαεστρία του
καθώς ο ποιητής πίσω από το τζάμι
ατενίζει το αχανές ανθισμένο νεκροταφείο
και αποτυπώνει αλήθειες
που γίνονται μύθοι
μέσα σε στίχους
που όλοι θα τους προφέρουν
μα κανείς δε θα υποψιάζεται το αληθινό τους νόημα
και το σκοπό τους.


















Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Ένα ακόμη πριν και μετά, κάποιου θανάτου




Γαντζωμένη από 
μια φλύαρη νεκρική νηνεμία
διεκδικώ μνημείο αγνώστου ποιητή
πάνω στο διαμελισμένο μου στίχο.

Εξαφανίζω τα ίχνη της πραγματικότητας
ταχυδακτυλουργικά ανταλλάσσοντας 
από το ένα χέρι στο άλλο
οργανική μου μ’ ανόργανη ύλη
εκτός από μία παλλόμενη σταγόνα
παιδικού μου ιδρώτα
από  παιχνίδι ζωής θανάτου…


Σταγόνα
που θα βοηθήσει τον αναστημένο μου εαυτό
να με ξαναβρεί
αν με ζητήσει
και να με κυνηγήσει

αν του ξεφύγω ξανά.








Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Εσωστρέφεια






Στο ανθρώπινο μάτι
μοιάζω πλήρης κι άρτια
να κυριαρχώ στις αγέλες μου
σκαρφαλώνοντας με άνεση
στον πρώτο όροφο του γραφείου μου
στον τρίτο όροφο του σπιτιού μου
στο ρετιρέ της ζωής μου
ορειβατικά ανεβαίνοντας στο σύννεφο
κι όμως πάντα βρίσκομαι καθισμένη
στο πεζοδρόμιο ενός υψιπετή γκρεμού
με σκυμμένο εαυτό 
να ενορχηστρώνω μέσα μου
την υπαρξιακή μου μουσική
μελωδική μου κλίμακα 
από τον ανθρώπινο ως το θείο εαυτό μου
και ζητιανεύω από τους αγγέλους
ένα ψήγμα ουρανού
στο απλωμένο προς τον παράδεισο καπέλο μου
γνωρίζοντας καλά 
πως ο Θεός που μ' αφουγκράζεται
νανουρίζεται άπειρος
μέσα μου.








Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Ένα παραμύθι για μεγάλους (Δανεική ιστορία)




Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.
Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.

Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. 
Τις επόμενες ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.
Μετά συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος και ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι . 500 ευρώ!! Και αποχώρησε.

Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδάρων που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα.
Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα.

Όπως φαντάζεστε, μετά την συναλλαγή οι δύο επιχειρηματίες έφυγαν διακοπές σε έναν φορολογικό παράδεισο της Καραϊβικής, ενώ οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν υπερχρεωμένοι, απογοητευμένοι, και με τα γαϊδούρια στην κατοχή τους που δεν άξιζαν πλέον τίποτα.
Φυσικά οι αγρότες προσπάθησαν να πουλήσουν τα ζώα για να καλύψουν τα χρέη. Μάταια. Η αξία τους είχε πατώσει. Η τράπεζα λοιπόν κατάσχεσε τα γαϊδούρια και εν συνεχεία τα νοίκιασε στους πρώην ιδιοκτήτες τους.

Ο τραπεζίτης όμως πήγε στον δήμαρχο του χωριού και του εξήγησε ότι εάν δεν ανακτούσε τα κεφάλαια που είχε δανείσει θα κατέρρεε και αυτός, και κατά συνέπεια θα ζητούσε αμέσως το κλείσιμο της ανοικτής πίστωσης που είχε με τον δήμο.
Πανικόβλητος ο δήμαρχος και για να αποφύγει την καταστροφή, αντί να δώσει λεφτά στους κατοίκους του χωριού για να καλύψουν τα χρέη τους, έδωσε λεφτά στον τραπεζίτη, ο οποίος παρεμπιπτόντως . ήταν κουμπάρος του δημοτικού συμβούλου.

Δυστυχώς όμως ο τραπεζίτης αφού ανέκτησε το κεφάλαιό του, δεν έσβησε το χρέος των κατοίκων, και ούτε το χρέος του δήμου, ο οποίος φυσικά βρέθηκε ένα βήμα πριν την πτώχευση.
Βλέποντας τα χρέη να πολλαπλασιάζονται και στριμωγμένος από τα επιτόκια, ο δήμαρχος ζήτησε βοήθεια από τους γειτονικούς δήμους. Αυτοί όμως του έδωσαν αρνητική απάντηση, γιατί όπως του είπαν είχαν υποστεί την ίδια ζημιά με τους δικούς τους γαιδάρους!!...

Ο τραπεζίτης τότε έδωσε στον δήμαρχο την «ανιδιοτελή» συμβουλή / οδηγία να μειώσει τα έξοδα του δήμου: λιγότερα λεφτά για τα σχολεία, για το νοσοκομείο του χωριού, για την δημοτική αστυνομία, κατάργηση των κοινωνικών προγραμμάτων, της έρευνας, μείωση της χρηματοδότησης για καινούρια έργα υποδομών. Αυξήθηκε η ηλικία συνταξιοδότησης, απολύθηκαν οι περισσότεροι υπάλληλοι του δημαρχείου, έπεσαν οι μισθοί και αυξήθηκαν οι φόροι.

Ήταν έλεγε αναπόφευκτο, αλλά υποσχόταν με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές «να βάλει τάξη στη λειτουργία του δημοσίου, να βάλει τέλος στις σπατάλες» και να . ηθικοποιήσει το εμπόριο των γαϊδάρων.
Η ιστορία άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα όταν μαθεύτηκε πως οι δυο επιχειρηματίες και ο τραπεζίτης είναι ξαδέρφια και μένουν μαζί σε ένα νησί κοντά στις Μπαχάμες, το οποίο και αγόρασαν . με τον ιδρώτα τους. Ονομάζονται οικογένεια Χρηματοπιστωτικών Αγορών, και με μεγάλη γενναιότητα προσφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν την εκλογική εκστρατεία των δημάρχων των χωριών της περιοχής.

Σε κάθε περίπτωση η ιστορία δεν έχει τελειώσει γιατί κανείς δεν γνωρίζει τι έκαναν μετά οι αγρότες. Εσύ τι θα έκανες στην θέση τους? Τι θα κάνεις εσύ?

(Μετάφραση από το ιταλικό κείμενο το οποίο ήταν μετάφραση του γαλλικού και πάει λέγοντας. 
Φυσικά τα κείμενα αυτά είναι μεταφρασμένα σε όλες τις γλώσσες γιατί ως γνωστό στην ιστορία αυτή εμπλέκονται επιχειρηματίες, τραπεζίτες, δημοτικές αρχές και φουκαράδες χωρικοί όλου του κόσμου καθώς όλος ο πλανήτης υπόκειται στους «κανόνες της αγοράς» . των γαιδάρων.)

Φυσικά οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική !!!!