Το πιο δυνατό κρασί, είναι αυτό που φτιάχνεις με Υπέρβαση Εαυτού. Μία φορά αν μεθύσει ο Νους, δεν επιστρέφει η Ύπαρξη στις νηφαλιότητες.
Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.
Η ευθύνη..
~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.
Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013
Κατοικίδιο
Πριν τον καφέ
κάθε πρωί
πρώτη δουλειά
το πρωινό
του κατοικιδίου.
Όλες οι κυρίες
είχαν σκυλάκια και γάτες.
Όλοι οι μόνοι
είχαν μία φωτιά.
Έτσι υιοθετηθήκαμε.
Δεν του φόρεσα λουρί.
Μου φόρεσε εκείνο.
Μη με χάσει.
Κουμπώθηκα,
μην χαθούμε.
Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.
Με γλείφει να ξυπνήσω,
με νανουρίζει να κοιμηθώ.
Δε μου φέρνει εφημερίδα,
ούτε παντόφλες.
Μόνο μια παράξενη συντροφιά
με σκιές στους τοίχους
σε παντομίμες αυτοσαρκασμού.
Γελάω.
Πάντα Γελάω.
Ακόμη κι όταν
σε κάθε γεύμα του
κόβω κομμάτια του Εαυτού μου
και το ταΐζω.
Και δε χορταίνει.
Και με κοιτάζει
με κείνα τα πελώρια
καστανής φωτιάς μάτια του
-όταν θέλει, με υπνωτίζει
μ' αβάσταχτη ικεσία...
Και κόβω και όνειρα
ίσως και λίγη Ζωή
γεμίζω το πιάτο του ξανά
και το κοιτάζω
πώς καταβροχθίζει
τις μπουκιές μου,
το κρέας μου,
τα δημητριακά -θρεπτικά μου- όνειρα,
τις διάφανες αγάπες μου,
τα καλομαγειρεμένα μου σχέδια,
τους ωμούς μου ενδοιασμούς.
Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.
Ο Φόβος μου κι Εγώ.
Αγρίμια γνωριστήκαμε
και τόσο βαθιά αγαπηθήκαμε
στο τέλος.
Κατοικίδιο
ο ένας του άλλου.
κάθε πρωί
πρώτη δουλειά
το πρωινό
του κατοικιδίου.
Όλες οι κυρίες
είχαν σκυλάκια και γάτες.
Όλοι οι μόνοι
είχαν μία φωτιά.
Έτσι υιοθετηθήκαμε.
Δεν του φόρεσα λουρί.
Μου φόρεσε εκείνο.
Μη με χάσει.
Κουμπώθηκα,
μην χαθούμε.
Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.
Με γλείφει να ξυπνήσω,
με νανουρίζει να κοιμηθώ.
Δε μου φέρνει εφημερίδα,
ούτε παντόφλες.
Μόνο μια παράξενη συντροφιά
με σκιές στους τοίχους
σε παντομίμες αυτοσαρκασμού.
Γελάω.
Πάντα Γελάω.
Ακόμη κι όταν
σε κάθε γεύμα του
κόβω κομμάτια του Εαυτού μου
και το ταΐζω.
Και δε χορταίνει.
Και με κοιτάζει
με κείνα τα πελώρια
καστανής φωτιάς μάτια του
-όταν θέλει, με υπνωτίζει
μ' αβάσταχτη ικεσία...
Και κόβω και όνειρα
ίσως και λίγη Ζωή
γεμίζω το πιάτο του ξανά
και το κοιτάζω
πώς καταβροχθίζει
τις μπουκιές μου,
το κρέας μου,
τα δημητριακά -θρεπτικά μου- όνειρα,
τις διάφανες αγάπες μου,
τα καλομαγειρεμένα μου σχέδια,
τους ωμούς μου ενδοιασμούς.
Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.
Ο Φόβος μου κι Εγώ.
Αγρίμια γνωριστήκαμε
και τόσο βαθιά αγαπηθήκαμε
στο τέλος.
Κατοικίδιο
ο ένας του άλλου.
Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013
~Αλεπού~
Επιμένεις
να σχεδιάζεις
χάρτες
Περιπέτειας
πάνω στα
ίχνη του Χορού
μιας
Αλεπούς,
την ώρα
που ο κόσμος
δολοφονεί
τους Χορευτές
και
αγιοποιεί τους δήμιους...
Εισβάλλεις
στον Κόσμο της
κι ας
ξέρεις πως σε ακολουθούν
μυριάδες
πληρωμένοι δολοφόνοι...
Αθώος
πριν το Έγκλημα
-ούτε καν Ηθικός Αυτουργός-
αθόρυβα
κοντεύεις
να
επιβεβαιώσεις
πως
φέρει στη γούνα της
σχεδιασμένο
το Χ ενός θησαυρού
από χέρι
κοκκινογένη πειρατή,
που από
μικρό παιδί ονειρεύεσαι
να
κατακτήσεις...
Μετά
δε θα
διστάσεις
με το
ζεστό της αίμα,
το
βελούδινο τρίχωμα της
να
τυλίξεις την Υπεράσπισή σου
στο
Δικαστήριο των Υπό Εξαφάνιση
Θηλυκών...
Άμυνά
της
και
καταδίκη της,
ο
Χορός της...
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013
Καλοσιδερωμένος άνθρωπος...
Θύελλες οι μέρες
ο δρόμος ένας απότομος γκρεμός
και πέφτεις
όλο πέφτεις,
καθώς ευθύγραμμα περπατάς
στο πεζοδρόμιο
στο χρονοδιάγραμμα
στο τίποτα.
Φαινομενικά υγιής.
Υποκειμενικά τρωτός.
Αντικειμενικά, Εσύ.
Καλοσιδερωμένες Σκέψεις
ως το απόγευμα
γαντσωμένες σε αυτοκτονίες γραφείου
φωτογραφημένες από τις κάμερες της εταιρείας
σε αδιάφορο replay
σε χρόνο ρουτίνας κι εγκατάλειψης.
Με το σούρουπο σχολάς
κι αρχίζεις να σκαρφαλώνεις ανάβαση
από το υπόγειο του 3ου ορόφου
ως το εναέριο γκαράζ
όπου πάρκαρες τη Ζωή σου.
Να χαμογελάς ως την έξοδο.
Να είσαι ευγενικός
εξυπηρετικός
συνεργάσιμος
και να καταπίνεις τους κεραυνούς σου
χωρίς να σε πιάνει βήχας
πυρετός
ή δυσανεξία.
Γυρίζεις το κλειδί στο σπίτι
κι επιστρέφεις σακατεμένος
μες στη λάσπη και στο τίποτε.
Μυρίζεις επανάληψη.
Η αλήθεια σου γραβάτα
που δεν λύνεται.
Θύελλες οι μέρες
το δωμάτιο ένας απότομος γκρεμός
και πέφτεις
όλο πέφτεις,
καθώς ευθύγραμμα περπατάς
στο σαλόνι
στο μπαλκόνι
στο τίποτα.
Νεκρός πάντα κοιμάσαι
με τα ρούχα.
Καλοσιδερωμένος άνθρωπος
ευγενικός
εξυπηρετικός
συνεργάσιμος.
Την κάθε επομένη
ξυπνάς
ξυρίζεσαι
-να κάτι που κάνεις κόντρα-
και ντύνεσαι καλά
χειμώνα καλοκαίρι
για να επιβιώσεις στις θύελλες μέρες
στα τεχνητά χαμόγελα
στα τεχνικά γραφεία
στα ερείπια μιας Ζωής
μόνιμα παρκαρισμένης
στο εναέριο γκαράζ
μιας Υπενθύμισης...
...Εξωημερολογιακή Γιορτή...
Ποτέ δε θα βρεις λόγο επαρκή.
Δε δικαιολογούνται οι εξωημερολογιακές γιορτές.
Είναι εκείνα τα ξαφνιάσματα του Καιρού
που δε ζητούν άδεια,
δε λογαριάζουν το μονοπώλιο του γκρι,
δε μετρούν το ανάστημα της αντοχής σου.
Στήνουν μία μπάντα στην ύπαιθρο,
σε κείνο το ξέφωτο ουρανού
έξω από το σπίτι σου,
ανάμεσα στο σύννεφο
και σαν επιστρέφεις από τη δουλειά
πριν βγάλεις το κουστούμι των υποχρεώσεων
και τα στενά παπούτσια της συνέπειας
ένας μαέστρος σε αρπάζει από το χέρι
σε τοποθετεί στο κέντρο μιας Σάλας Εκπλήξεων
με τους προβολείς να μην παραχωρούν περιθώρια άρνησης.
Ξηλώνεται από κάποιες Οροσειρές
το Σολ της εκκίνησης
με μία Ανάσα μυημένου ορειβάτη
στην κατάκτηση της Κορυφής.
Ανάπηρος μπρος στο ξάφνιασμα
ζητάς δεκανίκι.
Δεν υπάρχει ούτε ένα χέρι να πιαστείς.
Η Σάλα υποχωρεί.
Αν δε χορέψεις,
πέφτεις απ' το υψόμετρο του Αναπάντεχου.
Μικρός ανθρωπάκος στο επίκεντρο του ποιήματος.
Χορεύεις.
Αποκλειστική Γιορτή
εξωημερολογιακής αφιέρωσης
σε έναν ανθρωπάκο καθημερινότητας
που μεταμορφώνεται μες στον Αιφνιδιασμό
σε ΥπερΉρωα της Ζωής του...
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
~Ώρες Αναμονής~
Στις ώρες της αναμονής,
όχι στις ουρές της απόγνωσης,
εκεί που στριμώχνονται σώματα και ψυχές,
μα στις αίθουσες,
στων ιατρείων τις αναμονές,
όπου η ζωή λες παίρνει παράταση,
αναθεωρεί
εμβαθύνει
ψάχνει,
εκεί, δε βιάζομαι
εξετάζω τον εαυτό μου
πριν με αναλάβει ο γιατρός.
Ενδοσκόπηση,
να βρεθούν οι βαθιές αιτίες της αρρώστιας.
Θέλω ώρες.
Δε μου φτάνουν κάποια μισάωρα αναμονής.
Πάρτε τη σειρά μου.
Μπορώ να περιμένω μέρες, μήνες.
Εδώ αλλάζει το ρυθμό του ο χρόνος.
Ξαναγυρίζω μ' ευκολία στα παιδικά μου
και βρίσκω μέσα στο δέρμα μου
τις σφαίρες των παλιών πολέμων.
Χωρίς αναισθησία
χειρουργώ το σώμα,
χωρίς υπνωτισμό
σκάβω στην ψυχή...
Κλέβω του γιατρού το μεροκάματο.
Αν το ήξερε
δε θα με άφηνε τόσο
να περιμένω...
Στις αίθουσες αναμονής
μόνη μου γιατρεύομαι...
όχι στις ουρές της απόγνωσης,
εκεί που στριμώχνονται σώματα και ψυχές,
μα στις αίθουσες,
στων ιατρείων τις αναμονές,
όπου η ζωή λες παίρνει παράταση,
αναθεωρεί
εμβαθύνει
ψάχνει,
εκεί, δε βιάζομαι
εξετάζω τον εαυτό μου
πριν με αναλάβει ο γιατρός.
Ενδοσκόπηση,
να βρεθούν οι βαθιές αιτίες της αρρώστιας.
Θέλω ώρες.
Δε μου φτάνουν κάποια μισάωρα αναμονής.
Πάρτε τη σειρά μου.
Μπορώ να περιμένω μέρες, μήνες.
Εδώ αλλάζει το ρυθμό του ο χρόνος.
Ξαναγυρίζω μ' ευκολία στα παιδικά μου
και βρίσκω μέσα στο δέρμα μου
τις σφαίρες των παλιών πολέμων.
Χωρίς αναισθησία
χειρουργώ το σώμα,
χωρίς υπνωτισμό
σκάβω στην ψυχή...
Κλέβω του γιατρού το μεροκάματο.
Αν το ήξερε
δε θα με άφηνε τόσο
να περιμένω...
Στις αίθουσες αναμονής
μόνη μου γιατρεύομαι...
Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013
Ασφάλεια, 16Α
Βγάζω το χέρι από την πρίζα.
Φράσσω τον ηλεκτρισμό που ρέει εντός.
Αυτοκτονούν τα σκεπτόνια στο
κενό
ανάμεσα στην ανοιχτή επαφή του διακόπτη,
εκεί,
στα δάχτυλα που αρνούνται να
σμίξουν τριαδικά
για την προσευχή μου.
Διακόπτω τον αέρα
και το αίμα.
Διακόπτεται και η επικοινωνία με τους θεούς.
Σπαρταράνε οι Ζωές μου.
Ηδονικά απολαμβάνω τις αυτοκτονίες τους.
Πηδούν μία μία από τον πίνακα ελέγχου.
Κάτι καίγεται.
Ο ηλεκτρολόγος δεν απαντά.
Κάτι καίγεται.
Μία ασφάλεια Εαυτού.
Ίσως…
Περίπου 16A 3680W...
16 Αλήθειες για να φωταγωγήσουν
έναν Παράδεισο
σε περίοδο αθεΐας.
3680 Witches για να ανάψουν το
Φεγγάρι
σε περίοδο έκλειψης.
Βραχυκυκλώνω το Ναι
κάτω από υγρασίες ιδρωμένων διλημμάτων.
Ο τοίχος πότισε.
Το χαλί στάζει.
Το ταβάνι απορρόφησε τον υδρατμό.
Το Κορμί μουσκεμένο εξατμίζει
τους βυθούς του.
Το ένα μου χέρι ψάχνει το άλλο
μέσα στο αφωταγώγητο σκοτάδι της Ζωής.
Εντοπίζονται.
Σφιχταγκαλιάζονται
σε ιεροτελεστία προσευχής:
Οι λογαριασμοί μου απλήρωτοι.
Οι Ζωές μου με δόσεις.
Το ρεύμα κομμένο.
Ο αέρας στεγνός.
Αν γλιτώσω απ’ αυτό το στίχο
με τις χούφτες θα αδειάσω
αυτό το ενυδρείο των αποσιωπητικών μου
και θα χτίσω Ναό
εις το όνομα των μικρών ανθρώπων
που φόρεσαν μεγάλα Όνειρα
ρευματοδοτώντας τα σκοτάδια των Απαγορεύσεων,
των Αρνήσεων,
του Αδυνάτου.
Κάτι καίγεται.
Είναι η Ασφάλεια του Εαυτού μας.
Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013
Καραμέλα, Σοκολάτα και ένα Κλειδί...
------------------------
Τα παραμύθια φταίνε. Πάντα παρουσίαζαν τον κακό να πλησιάζει επικίνδυνα σε νύχτες με υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες, σαν εγκέλαδος που υποψιάζεσαι πως θα χτυπήσει, μα δεν ξέρεις πότε, πού, πώς. Οι κηδεμόνες φταίνε. Πάντα με συμβούλευαν να μην μιλώ σε αγνώστους. Να μην παίρνω καραμέλες και σοκολάτες από χέρια ξένα. Γι' αυτό κιόλας γνωριστήκαμε.
Οι φωτογραφίες πρέπει να καούν. Ψεύδονται ασυστόλως. Το μάτι του φωτογράφου κάνει zoom στο επίκεντρο της ηρεμίας. Ποτέ δεν συλλαμβάνει τις υπόγειες δονήσεις, τον πυρετό, το άγριο ουρλιαχτό της σιωπής. Μένω στον 2ο όροφο. Χωρίς τζάκι. Πρέπει να ανάψω φωτιά. Η γιαγιά μου άναβε μία πρόχειρη στο νεροχύτη της κουζίνας, με μία χούφτα βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα. Καψάλιζε τα φτερά της χωριάτικης κότας, της ζωής της, του Έρωτα. Τα φτερά μου δεν τα φωτογράφισε ποτέ κανείς. Ούτε εν πτήσει, ούτε τσακισμένα κι ας η φωτιά ζωγραφίζει στους τοίχους του διαμερίσματος με σκιές το περίγραμμά τους. Λίγα μάτια πιστεύουν όσα παράξενα βλέπουν. Είναι η άρνηση του Νου τόση, που σβήνει το ανεξήγητο ευθύς εξαρχής. Εγώ το ψάχνω. Γι 'αυτό κιόλας γνωριστήκαμε.
Ξεφορτώνομαι όλη την ύλη. Μείναν τρεις μέρες προετοιμασίας για να ελαφρύνω τις αποσκευές μου. Σαν ραντεβού με το Θάνατο. Να έχεις ξοδέψει όλη την Ύλη, την Ενέργειά σου και να λες "Έτοιμος είμαι. Χωράω ίσα ίσα στη χούφτα του χρόνου που μικραίνει. Πάρε με. Είμαι πιο εύφλεκτη από το ποτισμένο με οινόπνευμα βαμβάκι. Καταστρέφονται οι άνθρωποι όταν καίγονται από μέσα, μα άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να αδειάσεις τα συρτάρια σου. Αφήνομαι στη φωτιά. Δεν κάνει διακρίσεις. Πεινασμένη, λες, χορταίνει με ύλη Εαυτού. Λίγο πριν ολόκληρη να γίνω στάχτη χρειάζομαι ένα χέρι να με τραβήξει, να με ρίξει στο νερό, να με βυθίσει στο ποτάμι, να μου θυμίσει πώς κολυμπούν οι πνιγμένοι όταν έχει πιάσει φωτιά το σκαρί τους. Γι' αυτό κιόλας γνωριστήκαμε.
Μετά το ολοκαύτωμα πάντα πεινάω ανελέητα. Προσφέρεις καραμέλες και σοκολάτα. Πριν απλώσω το χέρι συμβουλεύομαι τα παραμύθια που με μεγάλωσαν.
Οδηγία Νο 3, Έκτακτης Διάσωσης: Προσοχή μην είναι μεταμφιεσμένος, μήπως πεινά, μήπως σας μετρά με το βλέμμα του αν χωράτε στο στόμα του, αν χωράτε στο κρεβάτι του, αν χωράτε στη λίστα με τα θύματά του.
Απλώνω το χέρι. Παίρνω την καραμέλα, τη σοκολάτα, το κλειδί.
Είμαι μεταμφιεσμένη. Πεινάω. Σε μετρώ με το βλέμμα μου αν χωράς στο Παραμύθι με τους Δράκους μου, αν χωράς στο άδειο από όλα Κορμί μου, αν χωράς να γεμίσεις τη σελίδα που γράφω, αν χωράς από την κλειδαρότρυπα να με δεις την ώρα που απολαμβάνω την καραμέλα και την σοκολάτα σου, κρατώντας το κλειδί της αποθήκης σου στα δόντια μου, δοκιμάζοντας πόσο εύκολα λιώνει το ανθεκτικό ζαχαρωτό του όταν εκτεθεί στη θερμοκρασία της πιο επικίνδυνης Σκέψης μου, που εδώ και χρόνια την φυλούσα ποτισμένη στο οινόπνευμα της γιαγιάς μου, σαν κληρονομιά μου, να την χρησιμοποιήσω μόνο για Σένα...
Ξαναδιάβασε τα Παραμύθια σου... Είμαι καλή. Είμαι κακιά. Και πάντα έρχομαι, αφού πρώτα με έχεις γνωρίσει.
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013
Ξέρεις, όσο μεγαλώνω ......
Ξέρεις
όσο μεγαλώνω
πιο νόστιμο το θέλω το Φεγγάρι,
πιο πικάντικο να είναι το Κενό,
πιο γλυκό το κάθε μου Λάθος,
πιο πικρός ακόμη κι ο πιο μικρός αποχωρισμός,
πιο άγριο το αγρίμι που Μέσα μου πεινά,
πιο ωμή την Αλήθεια των Πραγμάτων,
πιο ζουμερό το Φιλί στο στόμα,
πιο δυνατή τη γροθιά στο μαχαίρι,
πιο θανατηφόρα τα ατυχήματά μας,
πιο πολύπλοκα τα προβλήματα,
πιο μακρινά τα Ταξίδια,
πιο μεθυστικές τις μελωδίες,
πιο αμετάφραστα τα Ποιήματα,
πιο βαθιές τις Σιωπές,
πιο ουσιώδη τα Λόγια,
πιο προσωπικές τις Στιγμές,
πιο ελεύθερες τις Σκέψεις,
πιο επίμονες τις Προσπάθειες,
πιο τίμιες τις Ήττες,
πιο ταπεινές τις Νίκες μας,
πιο σφιχτή την Αγκαλιά,
πιο Επικίνδυνο τον Έρωτα,
πιο Αιώνια τη Ζωή,,
πιο Άνθρωπο τον άνθρωπο...
Ξέρεις
όσο μεγαλώνω
αλλάΖΩ στέκια...
Παύω να συχνάΖω εκεί
όπου οι καιροί πωλούν ευκαιρίες χαμηλού κοστολογίου Ζωής
και επιμένω να ξοδεύω το Χρόνο μου εκεί
όπου ο ΤρεΛός υφαίνει Στιγμές πάνω στο Κορμί του
με κλωστές λεπτομέρειας,
καίγοντας παραδίπλα τα Χρόνια,
-Ολόκληρα Χρόνια ή "Χρόνια Πολλά"-
για να Ζεστάνει όλες τις παγωνιές της Ζωής...
--------------------------------------------------------------------
P.S. Το πιο Μεγάλο Δώρο
απόψε
το ΠανΣέληνο που ξημερώνει
Φεγγάρι...
Αν έχετε σκάλα
αφήστε τη...
Γύρω στα μεσάνυχτα θα επιχειρήσω ανάβαση
ένα Φιλί να σκάσω στη Σελήνη...
όσο μεγαλώνω
πιο νόστιμο το θέλω το Φεγγάρι,
πιο πικάντικο να είναι το Κενό,
πιο γλυκό το κάθε μου Λάθος,
πιο πικρός ακόμη κι ο πιο μικρός αποχωρισμός,
πιο άγριο το αγρίμι που Μέσα μου πεινά,
πιο ωμή την Αλήθεια των Πραγμάτων,
πιο ζουμερό το Φιλί στο στόμα,
πιο δυνατή τη γροθιά στο μαχαίρι,
πιο θανατηφόρα τα ατυχήματά μας,
πιο πολύπλοκα τα προβλήματα,
πιο μακρινά τα Ταξίδια,
πιο μεθυστικές τις μελωδίες,
πιο αμετάφραστα τα Ποιήματα,
πιο βαθιές τις Σιωπές,
πιο ουσιώδη τα Λόγια,
πιο προσωπικές τις Στιγμές,
πιο ελεύθερες τις Σκέψεις,
πιο επίμονες τις Προσπάθειες,
πιο τίμιες τις Ήττες,
πιο ταπεινές τις Νίκες μας,
πιο σφιχτή την Αγκαλιά,
πιο Επικίνδυνο τον Έρωτα,
πιο Αιώνια τη Ζωή,,
πιο Άνθρωπο τον άνθρωπο...
Ξέρεις
όσο μεγαλώνω
αλλάΖΩ στέκια...
Παύω να συχνάΖω εκεί
όπου οι καιροί πωλούν ευκαιρίες χαμηλού κοστολογίου Ζωής
και επιμένω να ξοδεύω το Χρόνο μου εκεί
όπου ο ΤρεΛός υφαίνει Στιγμές πάνω στο Κορμί του
με κλωστές λεπτομέρειας,
καίγοντας παραδίπλα τα Χρόνια,
-Ολόκληρα Χρόνια ή "Χρόνια Πολλά"-
για να Ζεστάνει όλες τις παγωνιές της Ζωής...
--------------------------------------------------------------------
P.S. Το πιο Μεγάλο Δώρο
απόψε
το ΠανΣέληνο που ξημερώνει
Φεγγάρι...
Αν έχετε σκάλα
αφήστε τη...
Γύρω στα μεσάνυχτα θα επιχειρήσω ανάβαση
ένα Φιλί να σκάσω στη Σελήνη...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









