Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Κατοικίδιο


Πριν τον καφέ
κάθε πρωί
πρώτη δουλειά
το πρωινό
του κατοικιδίου.

Όλες οι κυρίες
είχαν σκυλάκια και γάτες.
Όλοι οι μόνοι
είχαν μία φωτιά.

Έτσι υιοθετηθήκαμε.
Δεν του φόρεσα λουρί.
Μου φόρεσε εκείνο.
Μη με χάσει.
Κουμπώθηκα,
μην χαθούμε.

Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.
Με γλείφει να ξυπνήσω,
με νανουρίζει να κοιμηθώ.

Δε μου φέρνει εφημερίδα,
ούτε παντόφλες.
Μόνο μια παράξενη συντροφιά
με σκιές στους τοίχους
σε παντομίμες αυτοσαρκασμού.

Γελάω.
Πάντα Γελάω.
Ακόμη κι όταν
σε κάθε γεύμα του
κόβω κομμάτια του Εαυτού μου
και το ταΐζω.

Και δε χορταίνει.
Και με κοιτάζει
με κείνα τα πελώρια
καστανής φωτιάς μάτια του
-όταν θέλει,  με υπνωτίζει
μ' αβάσταχτη ικεσία...

Και κόβω και όνειρα
ίσως και λίγη Ζωή
γεμίζω το πιάτο του ξανά
και το κοιτάζω
πώς καταβροχθίζει
τις μπουκιές μου,
το κρέας μου,
τα δημητριακά -θρεπτικά μου- όνειρα,
τις διάφανες αγάπες μου,
τα καλομαγειρεμένα μου σχέδια,
τους ωμούς μου ενδοιασμούς.

Με τα χρόνια
μοιάζουμε, λένε.
Εξημερωνόμαστε αμοιβαία.
Τρώνε οι Ψυχές μας
από το ίδιο πιάτο.
Κοιμούνται τα σώματά μας
αγκαλιά.

Ο Φόβος μου κι Εγώ.

Αγρίμια γνωριστήκαμε
και τόσο βαθιά αγαπηθήκαμε
στο τέλος.

Κατοικίδιο
ο ένας του άλλου.