Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Σ{τ}υνουσία



Έντυσε τις καρέκλες με φορέματα,
φόρεσε στους τοίχους γραβάτες
και χαμήλωσε τα φώτα.
Διπλοκλείδωσε τα παιδικά δωμάτια
να προφυλάξει τα λούτρινα, τ' αθώα.
Το γραφείο άρχισε να τρίζει
και το πάτωμα να υποχωρεί.
Έβαλε το κλειδί στην έξοδο
και άφησε τα έπιπλα να συνουσιάζονται στο σαλόνι,
καθώς η τηλεόραση αναμεταδίδει
πολιτικές ειδήσεις σεξουαλικών οργίων.


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Οικείοι και Ξένοι...




Απ' τον παράδρομο έρχονται οι οικείοι
εκείνοι που ξέρουν την περιοχή καλά
κι όταν βρίσκουν κλειδωμένα
ξέρουν πού είναι το κλειδί
κι ανοίγουν
και μένουν
κι απολαμβάνουν φιλοξενία
και μιλούν με τη φωτογραφία μας
αφήνουν φιλιά στο τζάμι
αγκαλιές στο άδειο παλτό
ένα κουτί γλυκά στο τραπέζι
και κάτι νομίσματα εμπιστοσύνης
στο αναποδογυρισμένο καπέλο της Φυγής μας...
Κι όταν φεύγουν
κλειδώνουν διπλά
και παίρνουν μαζί τους το κλειδί
ώστε οι ξένοι που έρχονται από τις λεωφόρους
να μην καταφέρουν να ξεκλειδώσουν
αυτό το σπίτι
που λέγεται Εαυτός.....


Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

... Control ...


Ένα αόρατο χέρι βιδώνει στο τσάκρα του μετώπου τον κοχλία που σταθεροποιεί τη σκέψη. Έπειτα περνά από αυτί σε αυτί έναν άξονα ισορροπίας και δένονται οι ιμάντες με τον κοχλία στο δόξα πατρί.

Το ασάλευτο πειραματόζωο ψιθυρίζει παιδικά τραγουδάκια και ζητά το χέρι της μαμάς. Του δίνουν ένα χέρι να κρατά. Η θερμοκρασία δεν είναι αυτή της μητρότητας. Το πιάνουν τα κλάματα. Κάποιος πατά το play. Στο ηχείο ακούγεται νανούρισμα κι επικρατεί εκείνη η άρρωστη ηρεμία πριν το έγκλημα.

Μ' επισκληρίδιο στην σπονδυλική στήλη του Νου, τελείται η τεχνητή γονιμοποίηση. Φυτεύονται ελεγχόμενες σταθερές όλων των πιθανών προβλημάτων. Προβλέψιμος ο κάθε άγνωστος x,y,z κι όλοι οι συνδυασμοί τους.

-Σκέψου κάτι, η πρώτη διαταγή.
-Όλα είναι δρόμος, είπε.
-Αφήστε τον ελεύθερο. Όλοι οι δρόμοι είναι υπό παρακολούθηση.





Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Αυτοδίδακτη σε όλα...


Το πτώμα της βρέθηκε το πρωί. Αντί για κλειδί επιστροφής στο δωμάτιο, είχε στο χέρι ένα δοξάρι σε σχήμα ευθείας ράβδου που κρατούσε τεντωμένες τις τρίχες από κάθε ατύχημα Ζωής, όπου γλίτωσε παρά τρίχα. Αυτή τη φορά δεν πρόλαβε. Μέσα στο στόμα της βρέθηκαν αμάσητες νότες, μ' ένα πράσινο χρώμα μέντας να ευωδιάζει το νεκρικό της χαμόγελο. Στα νύχια της κομμάτια φρεσκοβαμμένου σφενδάμου. Είχε πρόσφατα αγοράσει το βιολί. Αυτοδίδακτη σε όλα. Μα την καλύτερη μουσική την έπαιζε με τον καρπό της. Το έγχορδο με τις φλέβες. Ερωτοτροπούσε με τις γαλάζιες αποχρώσεις τους, καθώς αυξομείωνε την ταχύτητα ροής στο κόκκινο υγρό, τοποθετώντας τον Εαυτό της στο κέντρο νοητικών σεναρίων ακραίων επινοήσεων.

Οι συνθέσεις της είχαν γεύση κι άρωμα. Τον ήχο τον αφουγκραζόταν μόνο αυτή, από μέσα της. Μα όποιος την κοιτούσε στη σύνθεση επάνω, μύριζε τον ιδρώτα της και την ηδονή που γέμιζε σταγόνες το στόμα της, τα μάτια και την ήβη της. Μπορούσες να μασήσεις τον αέρα που την ακουμπούσε και να γευτείς τη σάρκα της που σιγόβραζε στους υδρατμούς μιας αυτανάφλεξης. Όμως, ποτέ δεν επέτρεπε επισκέπτες. Το δωμάτιό της κλειδωμένο, απρόσιτο, δίχως θέα από έξω, με fume τζάμια, εκείνη να βλέπει,  μα οι έξω όχι. Και ο Εαυτός της το ίδιο. Fume αύρα, με ιδιότητες καθρέφτη. Διαθλούσε το είδωλο εκείνου που καθόταν απέναντί της. Εκείνη έβλεπε προς τα έξω, ο άλλος μόνο μία αντανάκλαση προσαρμοσμένη στο σχήμα του.

Εκείνο το βράδυ έβγαλε από τα συρτάρια, τα ντουλάπια, τα ράφια της όλα τα ξεχασμένα της κομμάτια. Ένα γράμμα στον εαυτό της από τότε που ήταν 15. Ό,τι μισοτελειωμένο είχε τοποθετήσει διπλωμένο σε στάση αναμονής, για ολοκλήρωση. Κάποια αναμνηστικά από μικρές εξορμήσεις και μεγάλες εξομολογήσεις. Φωτογραφίες από στοιχειωμένες συναντήσεις, όπου αυτή παρίστανε το φάντασμα που δεν δένει με τον περιβάλλοντα χώρο. Μόνο σε μία τα μάτια της είχαν κόρη πανσέληνη και λαμπύριζαν γατίσια μέσα στο σκοτάδι. Σε κείνη που δεν πρόλαβε να πάρει αναμνηστική πόζα και την έπιασε ο φακός σε στιγμή οργασμικής εξιστόρησης τρελών προσδοκιών ζωής. Απέναντί της ένας Μαέστρος  που συστήθηκε ξυλουργός. Ήξερε από ξύλα, δεν ήξερε από νότες. Τάχα. Παρθένο έδαφος μουσικής εμπειρίας, κι Εκείνη απλώθηκε. Ο Μαέστρος δεν τη διέκοψε ούτε μία φορά, ακόμη κι αν όσα έλεγε δεν είχαν καμία βάση ή θεμελίωση πάνω στη θεωρία της Αρμονίας. Εκείνη ύφαινε δικές της Αρμονίες, Αρμονικές, δικούς της Αρμούς και ένωνε τα πλακάκια των επινοήσεων απλώνοντας το χέρι στον ξυλοκόπο-Μαέστρο να τη συνοδεύσει ως το δωμάτιό της. Δέχθηκε.

Του έκλεισε τα μάτια. Φοβήθηκε μήπως απομνημονεύσει τη διαδρομή και την επισκεφτεί κάποιο ξεχασμένο απόγευμα. Δεν ήθελε επισκέπτες στο χώρο της. Άνοιγε μόνο όταν ένιωθε αυτή ανάγκη για επαφή και μόνο όταν αυτή η ανάγκη συγχρονιζόταν με μία παρουσία που μπορούσε να δοκιμάσει το λικέρ της και να μαντέψει σωστά την προέλευσή του.

Σέρβιρε λικέρ. Δεν είπε τίποτε σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης. Έβγαλε από τα συρτάρια, τα ντουλάπια, τα ράφια της όλα τα ξεχασμένα, συλλεκτικά κομμάτια της. Πληγές στα γόνατα, μία πλεξούδα απ' τις παιδικές της τούφες, κηλίδες αίματος στο εφηβικό εσώρουχο, μπαλώματα στο δέρμα μετά τις ανύπαρκτες γέννες της, παλιά ράμματα από ένα ενδεχόμενο μαστεκτομής, μία ουλή αυτοτιμωρίας, ένα σημάδι κακοποίησης, ένα χαμόγελο γκρεμισμένο από τη σοφίτα, μία λούτρινη αγκαλιά, φωτογραφίες από στοιχειωμένες συναντήσεις, όπου αυτή παρίστανε το φάντασμα που δεν δένει με τον περιβάλλοντα χώρο.

Ο Μαέστρος της δίνει τη φωτογραφία που εν αγνοία της βγήκε σήμερα. Την προσθέτει στο λεύκωμα. Απλώνει τις σελίδες του να ξεφυλλίζονται με ταχύτητα play back. Μέσα στο δωμάτιο ξεπηδά από όλες τις εποχές της Ζωής της. Αυτή. Η ίδια σε όλες τις εκδόσεις του Εαυτού της. Δεν είναι Αυτή. Είναι πολλές.

Σκαρφαλώνει στο δέντρο. Ματώνει τα γόνατα.

Με το ψαλίδι ακρωτηριάζει τα μακριά μαλλιά της, μην σκαρφαλώσουν απ' το μπαλκόνι οι καλικάντζαροι στο δωμάτιο.

Κρύβεται στις κουβέρτες. Στην πρώτη της αιμορραγία. Γίνεται Γυναίκα.

Σπάνε τα νερά, ξεκινούν οι ωδίνες, κατεβαίνουν τα μωρά, μία κόρη κι ένας γιος. Κι ο ιδανικός άντρας να μην φτάνει ποτέ. Αυτή όμως φέρει όλα τα συμπτώματα εγκυμοσύνης, γέννας και αναθρέφει τα παιδιά της, σαν Ελεύθερους Εαυτούς της που κόβουν καθημερινά τον ομφάλιο λώρο. Μπαλώνει τις ρωγμές της.

Νοσεί. Κινδυνεύει. Απειλείται η ίδια, η Ζωή της, η Θηλυκότητά της. Το νυστέρι την επισκέπτεται κάθε βράδυ και την προετοιμάζουν για το χειρουργείο. Ολική νάρκωση, μα αυτή τα νιώθει και τα βλέπει όλα. Κανένα ναρκωτικό δεν την πιάνει. Μόνο η μουσική την ταξιδεύει πέρα από το σύνορο. Κλείνει τα μάτια. Παίζει μουσική και χορεύει ξαπλωμένη στο χειρουργικό κρεβάτι. Γλιτώνει το στήθος, χάνει τη φωνή της. Καλύτερο για μία Γυναίκα, ασυζητητί.

Περνά το σοκ. Διδάσκεται τη διάλεκτο της σιωπής και τις νέες νότες. Συνθέτει. Στα πρώτα στάδια βιάζεται να προλάβει όσα μαθήματα ζωής είχε χάσει. Είναι αυστηρή. Κάθε λάθος και μία αυτοτιμωρία. Μαστίγωμα με τις άγριες ουρές του Ρ που δεν μπορεί πια ν' ακουστεί. Λυσσασμένο ορμά πάνω της και εκδικείται για όλες τις γάργαρες σιωπές των βουβών ανθρώπων. Σφίγγει τα χείλη. Ματώνει ξανά, μα ξέρει ν' αντέχει στις αιμορραγίες.

Στις ηρεμίες  που ακολουθούν μετά τους κυκλοθυμικούς χορούς της, το σημάδι από την κακοποίηση του Κόσμου την φαγουρίζει αργόσυρτα, βασανιστικά. Του απλώνει καντούρι, δεν χάνεται. Στόμα έγινε και σχεδόν γελά.  Σπρώχνει τα παιδικά της χαμόγελα από τη σοφίτα. Τρέχει εκείνη να προλάβει να τα μαζέψει ετοιμοθάνατα και να τ' αναστήσει  με μουσικές. Τα κλείνει σε μία λούτρινη αγκαλιά. Χωρίς λόγια, χωρίς φωνή, με τρυφερά φωνήεντα μητρικής Δύναμης. Μητέρα αυτή του παιδικού Εαυτού της.

Ο Μαέστρος ακούει όσα του διηγείται, δίχως φωνή. Της δείχνει τη φωτογραφία που εν αγνοία της βγήκε σήμερα. Το λικέρ τελείωσε. Του δείχνει την πόρτα.
- Ρόδι, της είπε.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Μάντεψε σωστά.

Του δένει τα μάτια. Του ρίχνει στην τσέπη το κλειδί της. Αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη. Τον συνοδεύει ως το σταυροδρόμι, όπου συναντήθηκαν οι Ζωές τους. Επιστρέφει μόνη. Αντί για κλειδί επιστροφής στο δωμάτιο, έχει στο χέρι ένα δοξάρι σε σχήμα ευθείας ράβδου που κρατά τεντωμένες τις τρίχες από κάθε ατύχημα Ζωής, όπου γλίτωσε παρά τρίχα. Αυτή τη φορά δεν πρόλαβε. Ίσως δεν ήταν ατύχημα. Ίσως απλά αποφάσισε να μετακομίσει. Πολύ καιρό είχε μείνει σ' αυτό το σκοτεινό δωμάτιο. Σ' αυτόν τον σκοτεινό Εαυτό. Δίψασε για Φως. Τον ακολούθησε...

Ο φωτογράφος που τράβηξε τις φωτογραφίες του πρώτου νεκρού Εαυτού της, ο ίδιος που τη φωτογράφισε εν αγνοία της. Πάλι εν αγνοία της φωτογραφίζεται, με αιτία θανάτου τα υψηλά decibel μιας Προσδοκίας, που δεν χώρεσαν στις φλέβες της...μα πρόλαβε το κλειδί της να το χαρίσει...




Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ανέμισμα



Το φωτογραφικό στιγμιότυπο μού το έκλεψε μία ερασιτέχνης φωτογράφος, 
που είναι κομμάτι μου... 
-------------------------------------------


Βιβλίο "Δύσκολη Υιοθεσία", Εκδόσεις λεξίτυπον, 2018

Περπατούν άδεια ρούχα,
άδεια κορμιά
εγκαταλελειμμένα απ' τη σκέψη.
Ο Άνεμος βιαστικός,
σκοντάφτει στο πλακόστρωτο
ανοίγει το βαλιτσάκι
σκορπίζουν τα φύλλα
οι υπογραφές της Ζωής
τα φυλλοβόλα συμβόλαια
αορίστου χρόνου...
Γεμίζει ο δρόμος γραφειοκρατία.
Οι κοπέλες κρατούν τα φορέματα,
οι άντρες τα καπέλα.
Ο τροχονόμος σφυρίζει 
για προτεραιότητες οχημάτων.
Οι πεζοί οχλαγωγούν.
Μία βοή μυρμηγκιάζει
τον αέρα.
Ένα κορίτσι πέφτει νεκρό.
Το πλήθος μέλισσες
τρυπά και ρουφά νέκταρ
απ΄ τ' ανείπωτα της κραυγής της.
Κάποιος καλεί ασθενοφόρο,
κάποιος αστυνομία.
Πρώτος φτάνει ένας σπόρος
φυτεύεται στα μαλλιά της.
Δεν τον πήρε χαμπάρι κανείς.
Την μαζεύουν.
Την μελετούν οι ιατροδικαστές
την διαβάζουν οι παπάδες
την φυτεύουν στο χώμα.
Και σε χρόνο στιγμιαίου έρωτα
ανθίζει μέσ' απ' τα μαλλιά της
η σφαίρα.
Καρφώθηκε στο μυαλό της
σαν ιδέα
σαν καρφί
άνθισε σαν μπονσάι,
ευδοκίμησε σαν σεκόγια
μπουμπούκιασε ανθούς
κι ήρθε πάλι ο αδέξιος άνεμος
βιαστικός
να σκοντάψει μέσα στις φυλλωσιές
να σκορπίσει 
ένα άρωμα επιβράδυνσης
που φρενάρει την βιασύνη του κόσμου.











Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Εκείνη


ΒΙΒΛΙΟ "Συνεργός", Εκδόσεις Ars Poetica, 2015

Κουλουριασμένη στον καναπέ. Στην άκρη. Έτοιμη να πέσει στον γκρεμό. Το σκέφτεται μια, δυο. Το μετανιώνει. Αρχίζει ξανά ν' αναπνέει. Δίνει παρών και στίγμα. Μπαίνει ξανά στο ρόλο της.

-Πείνασα
Μαγειρεύει.

-Κρύωσα
Αγκαλιάζει.

-Μάτωσα
Γιατρεύει.

-Φοβάμαι
Ενθαρρύνει.

-Σε θέλω
Δίνεται.

-Κουράστηκα
Νανουρίζει.

-Με κούρασες
Εξαφανίζεται.

Κουλουριάζεται στον καναπέ. Στην άκρη. Έτοιμη να πέσει στον γκρεμό. Δεν το σκέφτεται. Βουτά. Το πρωί την συναρμολογούν. Μπαίνει ξανά στο ρόλο της.

"Την επόμενη φορά", σκέφτεται " θα πέσω από την άλλη. Έχει άβυσσο. Δε θα με βρει κανείς."