Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η Ζητιάνα




Καμπούριασα την πλάτη
κι αλλοίωσα την ευθυγράμμιση στο βήμα μου
διέσχισα την πόλη 
σαν σκιά πλεγμένη κοτσίδα
πάνω στο κατάρτι της ψυχής της
και τραβούσα από το χαλινάρι
τα άλογά μου μην τινάξουν την σκόνη
του καμουφλάζ
κι αποκαλύψουν το ποιόν μου.

Κάθισα στην άκρη κάποιου ενεστώτα
με σκυμμένο κεφάλι
υψώνοντας προκλητικά τα μάτια
σαν τις παμπόνηρες ζητιάνες
που ζυγίζουν τον κόσμο στο ένα τους χέρι
φυτεύοντας με το άλλο μικρές ευτυχίες.
Έμεινα εκεί 
όσο διαρκεί ένας κύκλος νοήματος
στο ρολόι των ποιημάτων.

Είδα ορφανές κούκλες σε χέρια 
πεντάρφανων παιδιών
που 'χαν για μάνες 
γυναίκες με μάτια γηρασμένα
από μπογιές και μυθιστορήματα
με σκιές πιο καμπουριασμένες 
από την προσποίηση μιας ζητιάνας
και βήμα ψηλοτάκουνης ανισορροπίας
που ταλαντεύει τη ζωή τους 
ανάμεσα στο αγαπώ και στο αγαπιέμαι.

Είδα ορφανούς άντρες 
υψηλού κοινωνικού αναστήματος
με σκιές που 'χουν χέρια απλωμένα
στη μεριά που γέρνει το μνήμα της μάνας τους
αναζητώντας μία αγκαλιά 
χωρίς σεξουαλικό υπονοούμενο
να στεριώσουν τη μετέωρη ζωή τους
που κάθε ξημέρωμα κρέμεται 
από το ξηλωμένο ρούχο
ενός κάθιδρου στρατιώτη
που πληγώνεται στο πεδίο του άκρατου ανταγωνισμού
με χρόνια θητεία στο παράλογο τίποτα
μην προλαβαίνοντας να αγαπήσει,
πόσο μάλλον ν' αγαπηθεί.

Είδα φορεμένα σώματα 
πάνω σε φαγωμένα κατάρτια ψυχής
όμορφα ρούχα με σκισμένες τις τιμές της ζωής τους
μάτια κενά σαν ρημαγμένα δωμάτια
που μέσα δε μένει πια κανείς.

Σ' όλα τα πατρικά σπίτια
οι μάνες πέθαναν
με κείνον τον καημό 
να δουν το γιο και την κόρη τους
να χορεύει στην αυλή 
αυτού του ορφανεμένου κόσμου
κρατώντας έναν Άνθρωπο απ' το χέρι
γονιμοποιώντας την ψυχή με τα μάτια.

Σ' όλα τα πατρικά σπίτια
οι πατεράδες 
που λες κρατούσαν τον κόσμο στα χέρια τους
κουλουριάζονται σαν παιδιά
στην αγκαλιά της γυναίκας τους
μες στο μνήμα.

Είδα τους κληρονόμους αυτής της αγκαλιάς
να μην μπορούν να αξιοποιήσουν την περιουσία τους
και περπατώντας με σώματα βαριά
πάνω κάτω στα τοπία αυτού του κόσμου
να σκάβουν με το βήμα τους τα ατομικά τους μνήματα
έχοντας ξεχάσει τους οικογενειακούς τάφους 
που έπαιρναν την αγάπη τους αποσκευή
ως τον άλλο κόσμο
βρίσκοντας πάντα το δρόμο προς τον Παράδεισο.

Σηκώθηκα
τίναξα την καμπούρα
σταθεροποίησα το αλλόκοτο βήμα
άφησα ελεύθερα τα μακριά μαλλιά
επέτρεψα στην σκιά μου να χορεύει
και κίνησα προς τα νεκροταφεία
θάφτηκα πάλι με τον Άντρα μου
σε μια παραδείσου επαφή,
αφήνοντας τον κόσμο
ζητιάνο του εαυτού του..