Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Η πιο μεγάλη νύχτα

 


Η πιο μεγάλη νύχτα δεν είναι νύχτα. Είναι σκοτάδι. Όσα φωτάκια κι αν απλώσεις στο μπαλκόνι, δεν εγγυώνται φως στα δωμάτια. Μικρή, σαν περπατούσα στα σκοτεινά δρομάκια της επαρχίας, τραγουδούσα. Από άμυνα. Για να νικήσω τον φόβο μου για την ερημιά του δρόμου, για το σκοτάδι, για το αβέβαιο της επόμενης γωνίας.

Επίκτητος φόβος που στήνει μεγάφωνα στις πλατείες, μα μένει βαθιά ανίκητος. Οι επιφάνειες του κόσμου ήταν πάντα γεμάτες ρωγμές απ’ όπου ξεπροβάλλουν σκιές. Όσο πιο φανταχτερό το πανηγύρι, τόσο πιο βαθύ το σκοτάδι των ανθρώπων. Αν άξαφνα κλείσεις τη μουσική και τα φώτα θα ακούσεις τα παιδιά να κλαίνε. Έχουν από καιρό χάσει το χέρι που κρατούσαν.

 Όλοι σε μία πλάνη υπερκινητικότητας απασχολούνται χαζεύοντας, τυφλωμένοι απ’ τα φώτα και κουφοί απ’ τη μουσική. Καλύπτουν τις εσωτερικές φωνές επιμελώς. Μα εξακολουθεί να επικρατεί ένα αίσθημα αδικίας. Τόσος αγώνας, τόση δουλειά, τόσων χρόνων, τόση αποταμίευση και δεν μπορείς να αγοράσεις λίγη ασφάλεια. Αγοράζεις υπηρεσίες ασφάλειας ζωής με συμβόλαια ιδιωτικών εταιρειών, μα υπόσχονται αποζημιώσεις μετά το πιθανό κακό. Τι να τις κάνεις τις αποζημιώσεις! Θέλεις ασφάλεια. Πληρώνεις σωματοφύλακες για να σε προστατεύουν και ενώ το σώμα σου διατηρείται αρτιμελές, η ψυχή σου καταθλίβεται… νοσεί και δεν υπάρχουν ψυχοφύλακες εκεί έξω.

Ο ψυχολόγος σε παραπέμπει σε σένα. Μόνο εσύ μπορείς να σε σώσεις. Αρκεί να βγάλεις από την πρίζα όλα τα φωτάκια και να ανάψεις ένα κερί. Μία ζωντανή φλόγα. Αντιμετωπίζοντας με θάρρος τον κίνδυνο να σβήσει και να βυθιστείς στην πιο σκοτεινή σου εσωτερικότητα. Δίχως την γνωστή ορατότητα. Με την μοναξιά να ορθώνεται τεράστια μέσα και γύρω σου. Μην αναγνωρίζοντας τον χώρο, το τοπίο και τον εαυτό. Μην αναγνωρίζοντας τις φωνές των ανθρώπων. Μην αναγνωρίζοντας την καινούρια κατάσταση.

Έσβησε μία δεσμίδα ledάκια. Δεν έγινε αισθητή.

Έσβησε δεύτερη και τρίτη. Το πλήθος ψάχνει τι συμβαίνει. Δίχως να δείχνει τρομαγμένο. Ακόμη παρασύρεται από την ορμή του πανηγυριού.

Σβήνει επόμενη δεσμίδα. Μετά κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη… Το πλήθος πανικοβάλλεται. Για ένα δευτερόλεπτο κοιτάζει να εντοπίσει την έξοδο του θεματικού πάρκου. Μένει για λίγο ακίνητο, με τις κόγχες των ματιών να σαρώνουν το χώρο άναρχα και μετά ξεχύνεται προς τις εξόδους. Ποδοπατιέται. Χριστουγεννιάτικος συνωστισμός. Με πιστοποιητικά ή χωρίς. Τραγωδία, έτσι κι αλλιώς. Ακούγονται φωνές απόγνωσης και ποδοβολητά. Τα φώτα συνεχίζουν να σβήνουν. Στα δέντρα, στους δρόμους, στα σπίτια, στις οθόνες, στα μάτια. Σαν κάτι να ρουφά το τεχνητό φως της ανθρωπότητας.

Σκοτάδι.

Όλος ο πανικός κράτησε όσο έσβηναν τα φώτα. Μόλις έσβησε το τελευταίο άστρο, έπεσε σιωπή. Ούτε ανάσα. Σαν να πέθαναν όλοι. Κι όμως, ήταν η απεγνωσμένη προσπάθεια να μάθουν να βλέπουν δίχως μάτια, δίχως χρώματα, δίχως σχήματα. Η απεγνωσμένη προσπάθεια προσαρμογής στη νέα συνθήκη.

Τα παιδιά έπαψαν να κλαίνε σαν να μην υπάρχει πλέον κίνδυνος. Σαν τα φώτα να καταβρόχθιζαν τις ψυχές. Τώρα μία ζεστασιά, μία ασφάλεια, μία ηρεμία, μία σταθερότητα εκείνου του αδιαπραγμάτευτου μαύρου της νύχτας, ίσως μιας άγιας νύχτας, απλώνεται παντού. Τα παιδιά απλώνουν το χέρι και πιάνουν έναν άνθρωπο. Οποιονδήποτε άνθρωπο. Δεν βλέπουν δέρματα, χρώματα, φύλο. Δεν βλέπουν ρούχα, κοσμήματα. Δεν βλέπουν γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είναι μόνο η προσαρμοστικότητα που συμβάλλει στην επιβίωση. Είναι και η συλλογικότητα. Πλέον ή όλοι μαζί ή κανείς.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προεκτείνοντας την αφορμή...