Το πιο δυνατό κρασί, είναι αυτό που φτιάχνεις με Υπέρβαση Εαυτού. Μία φορά αν μεθύσει ο Νους, δεν επιστρέφει η Ύπαρξη στις νηφαλιότητες.
Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.
Η ευθύνη..
~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.
Πέμπτη 25 Απριλίου 2013
Τρίτη 9 Απριλίου 2013
~Κόσμημα Ελευθερίας~
Η εικόνα είναι κλεμμένη από τον Φίλο μου Σίγμα Πι..... {και το τραγούδι επίσης}
-------------------------
Ήταν υπόγειο
το κελί.
Η Υγρασία
λιπόθυμη μες στα χέρια μου,
χωρίς αποστείρωση,
χωρίς προστασία,
να σπαρταράει
θυμίζοντας θάλασσες,
να
λιγοστεύει θυμίζοντας ξηρασία.
Είναι
μεταδοτικές οι λιποθυμίες στα υπόγεια.
Είπα να
σκάψω.
Το μέταλλο της
επίστρωσης των τοίχων μειδίασε
χλευάζοντας τις
χειροπέδες της Ζωής μου.
Δε με ξέρεις
καλά!
Ξεντύθηκα
και τίναξα τα μαλλιά.
Γυμνή, σε θερμοκρασία
πυρετού,
ακούμπησα ολόκληρη
στην κρύα
επιδερμίδα του περιορισμού μου.
Η λιποθυμία
μεταδίδεται
και ο
πυρετός επίσης.
Λιώνουν στα
καζάνια του αναΒρασμού οι θωρακίσεις
και με το
χρώμα που ξεβάφει η πυκνότητα του λευκόχρυσου
ζωγραφίζω στους
τοίχους του κελιού ένα κόσμημα Ελευθερίας:
Σ’ ένα
πεζοδρόμιο ένας φοιτητής ιατρικής
ξεγεννά μία Ιδέα από το σφηνωμένο μυαλό ενός ανυποψίαστου.
Η κρυφή
κάμερα της Τράπεζας καταγράφει το πρόσωπο της Ιδέας.
Ύποπτη!
Η εικόνα της μεταφέρθηκε στα υψηλά κλιμάκια αναγνώρισης.
Η εικόνα της μεταφέρθηκε στα υψηλά κλιμάκια αναγνώρισης.
Ο αστυνόμος
συλλαμβάνει το μωρό.
Ο φοιτητής
καταδικάζεται εις θάνατον.
Εγώ,
μάρτυρας υπεράσπισης
και κατηγορούμενη,
κρατούμαι
στο υπόγειο μιας ανάκρισης που όλο αναβάλλεται.
Η Υγρασία
λιποθυμά μες στα χέρια μου.
Μεταδίδεται ο
πυρετός στα υπόγεια.
Ευτύχημα!
Με πυρετό
λιώνουν τα μέταλλα,
τα κάγκελα,
οι χειροπέδες, οι κλειδαριές.
Λευτερώθηκα…………………………………..
Παρασκευή 5 Απριλίου 2013
Κυριακή 24 Μαρτίου 2013
Ρε Διάολε.......................................
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Ημίφως. Ημίγυμνη.
Ημικρανία και Ζάλη. Ημιόροφος Ζωής.
Στη σκιά, το διάγραμμα ενός χεριού που κρατά τα κλειδιά μου.
Θροΐζουν σαν φύλλα, μα δεν ακούγεται ήχος μεταλλικός. Όπως θροΐζω ολόκληρη, μα
δεν ακούγεται το παραμικρό. Γυμνάζεται ο Ίλιγγος πάνω στα σκαλοπάτια της
κλιμακωτής μου Αντοχής. Από το κλιμακοστάσιο της υπόγειας αγωνίας, ως την
ταράτσα της αυτοκτονικής ευτυχίας. Βγαίνω συχνά από το Σώμα μου και παρατηρώ το
Φεγγάρι από απόσταση αναπνοής. Υπάρχει λόγος που είναι χλωμό. Αφαίμαξη.
Σελήνη, η πρώτη Γυναίκα που χάρισε τα κλειδιά της στον Κλέφτη.
Ο ουρανός κλειδωμένος. Δεν θα πετάξουμε απόψε. Έβγαλα χθες τα
φτερά από την πλάτη μου. Κοιμήθηκα μαζί σου. Τραυματίζουν οι αγκαλιές με την
άμυνα του σκαντζόχοιρου. Τρυπούν την αλήθεια του αγγίγματος ως τον αναστεναγμό.
Βελονίζουν, ώσπου ο πόνος να παραδώσει τα κλειδιά του στην εξομολόγηση.
Είπα πολλά. Και στις πρόβες και στην πρεμιέρα. Κόντεψα να στερέψω
τη φωνή μου.
Μπήκαν πολλοί ηθοποιοί στο καμαρίνι. Όλοι με τ’ όνομά σου. Ντρέπομαι
να αλλάξω το κουστούμι μου μπροστά σε τόσα μάτια. Θα εμφανιστώ και στην επόμενη
σκηνή με το νυχτικό της τρελής. Χλωμό, στις αποχρώσεις της σιωπής. Ευτυχώς,
ακόμη φοράω τα κόκκινα χείλη και τα μαύρα μαλλιά.
Αλλάζουν οι άνθρωποι στο ημίφως. Γίνονται ο πιο αληθινός Εαυτός
τους και δεν τους αναγνωρίζει ούτε η μητρική αφοσίωση. Η Μάνα πάντα βλέπει τον
Γιο της ντυμένο Φως. Η Ερωμένη τον βλέπει γυμνό στο σκοτάδι. Και η Ερωτευμένη τον βλέπει απελευθερωμένο από όλα… εκτός από Εκείνη την ίδια…
Είναι δικά μου τα κλεμμένα Κλειδιά. Κάθε κλεμμένο κλειδί φέρει την
κατάρα της Πύλης που ανοίγει. Μπορείς να σηκώσεις το Βάρος μου…; Μη με ζυγίζεις
με τα μάτια. Δεν είμαι κατηγορίας φτερού, μα σηκώνεται εύκολα το κορμί μου… Η
Ζωή μου είναι που βαραίνει… Η Σκέψη μου είναι που δένει έναν βράχο στο λαιμό
της και γίνεται ασήκωτη…
Σκέψεις… Συνεπαγωγές… Αινιγματικές αιτίες των πραγμάτων... Ο
απόλυτος Γρίφος: το πιο ακριβό κόσμημα γύρω από το λαιμό της Γυναίκας. Πνίγομαι.
Ο Θεός χαμηλώνει το σύννεφο πάνω από το μπαλκόνι του ιλίγγου μου.
Σκίζει ρωγμή. Τείνει το φως της αιμορραγικής Σελήνης στα μάτια της εξομολόγησης.
Σκυμμένο το κεφάλι. Αφουγκράζομαι σεισμό. Συγκεντρώνομαι στο σημείο. Τα
διανύσματα, οι διαδρομές, οι αποστάσεις, ο χώρος, ο χρόνος, ο Εαυτός, όλα Ένα.
Δεν θα παραδοθώ αμαχητί. Την προσευχή της ύστατης στιγμής την έχω γράψει από
την πρώτη κιόλας οντισιόν για τον Ρόλο.
Χαμηλώνει, κοντεύει στο αυτί μου ο Θεός. Ψιθυρίζει στον ανθρώπινο
φόβο μου μυστικά λύτρωσης. Πιάνει το χέρι μου και στην κρύα παλάμη ακουμπά τα
κλειδιά. Μπορώ να ξεκλειδώσω τις πόρτες. Λεύτερη να φύγω ή να μείνω. Βγαίνω
ξανά από το Σώμα μου. Τρέχω στο κλιμακοστάσιο, εκεί όπου κούρνιαζα μικρή,
μακριά από όλους. Η Πύλη κλειστή. Τρέχω στην ταράτσα, πιο ψηλά από τους
Ανθρώπους. Η Πύλη κλειστή. Τρέχω μέσα μου. Αποκλεισμός. Εξορία.
Επιστρέφω στο μπαλκόνι αποφασισμένη να πω την αλήθεια:
– Ρε Διάολε, όσο Θεό κι αν ξοδέψουν οι Έρωτες, πάντα χλωμό θα
είναι το Φεγγάρι, πάντα βροχή θα φέρνει το σύννεφο, πάντα αυτοκτονία θα μυρίζει
το μπαλκόνι και το Κορίτσι με 67
επίσημο ένδυμα το νυχτικό του θα σεργιανίζει σαν τρελή στις
κλειδωμένες διαδρομές του Μυαλού της, γνωρίζοντας πως η Άρνηση είναι το
κίνητρο της Κατάφασης στο σενάριο της Θρησκείας…
Ακούγεται ο μεταλλικός ήχος των κλειδιών. Τα επιστρέφω. Κρεμιέμαι
από τον εξώστη της κλειδωμένης Ζωής μου.
Ρε διάολε, κλείδωσε όλες τις πόρτες. Εσώπορτες εξώπορτες. Αν είναι
να φύγω, θέλω να είναι απόδραση, να έχει το σενάριο περιπέτεια και διδαχή
προτροπής.
Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013
~Ξόρκι~
Επίορκο Σκοτάδι...
Μαύρο νυχτικό {νυχτωμένο Κορμί}
Λευκής Ιδέας {Χλωμής Σελήνης}
σ' ένα φόντο {ΑνεμίΖει παρασκήνιο}
Κόκκινης Συνωμοσίας {Διπλό Φονικό}.
Σκάει μύτη ο Ήλιος
απ' τα σπλάχνα της Γης,
φυτεμένος σε ώρες βρεγμένης σιωπής.
ΑνθίΖει προς τα πάνω φωτιά,
ανταμώνει βροχή.
Ποτίζεται η πύρινη Ρίζα μ' Ανάγκη...
ΜπουμπουκιάΖει το Άνθος στ' απλωμένα Κλαδιά,
Δαγκωμένο Φιλί...
Έρπει αναρριχώμενο στο μπαλκόνι
όπου απλώνεις την μπουγάδα
της καθαρής Ζωής σου.
Έρχονται οι Μήνες
να θερίσουν το Βιος σου,
να οργώσουν το πίσω μέρος του Μυαλού
με τα Γυμνά Χέρια μιας Άνοιξης,
που ντυμένη αγρότισσα
δεν παραπέμπει στην ταυτότητα της πληΓής της...
Ξόρκι κεντάει στην Χλωροφύλλη των αγγείων,
Και κάθε που θα ουρλιάΖεις,
ένα πέταλο αυτοχειρίας θα γκρεμίζεται στο Κενό
ψιθυρίζοντας διαδοχικά
"Μ' αγαπάει, Δε μ' αγαπάει".....
Μαύρο νυχτικό {νυχτωμένο Κορμί}
Λευκής Ιδέας {Χλωμής Σελήνης}
σ' ένα φόντο {ΑνεμίΖει παρασκήνιο}
Κόκκινης Συνωμοσίας {Διπλό Φονικό}.
Σκάει μύτη ο Ήλιος
απ' τα σπλάχνα της Γης,
φυτεμένος σε ώρες βρεγμένης σιωπής.
ΑνθίΖει προς τα πάνω φωτιά,
ανταμώνει βροχή.
Ποτίζεται η πύρινη Ρίζα μ' Ανάγκη...
ΜπουμπουκιάΖει το Άνθος στ' απλωμένα Κλαδιά,
Δαγκωμένο Φιλί...
Έρπει αναρριχώμενο στο μπαλκόνι
όπου απλώνεις την μπουγάδα
της καθαρής Ζωής σου.
Έρχονται οι Μήνες
να θερίσουν το Βιος σου,
να οργώσουν το πίσω μέρος του Μυαλού
με τα Γυμνά Χέρια μιας Άνοιξης,
που ντυμένη αγρότισσα
δεν παραπέμπει στην ταυτότητα της πληΓής της...
Ξόρκι κεντάει στην Χλωροφύλλη των αγγείων,
Και κάθε που θα ουρλιάΖεις,
ένα πέταλο αυτοχειρίας θα γκρεμίζεται στο Κενό
ψιθυρίζοντας διαδοχικά
"Μ' αγαπάει, Δε μ' αγαπάει".....
Κυριακή 10 Μαρτίου 2013
Να με προλάβεις....................
Κοίτα γύρω...
το τοπίο
σκοτείνιασε...Καπνοί και Φονικό...
Ένα παιδί φωνάζει.....
ουρλιάζουν τα ερείπια Θάνατο....
οι γέφυρες γκρεμίστηκαν....
τα σύνορα πήραν φωτιά...
Έμεινα εγκλωβισμένη σε μία ξένη πατρίδα πολέμου...
Έμεινες με το Φως ξεψυχισμένο στα χέρια....
Σκοτάδι....
πληγή και καπνός...
Ένας άνθρωπος καίγεται....
Ένα μωρό μπουσουλάει μέσα στα συντρίμμια....
"Μη φοβηθείς, Φάρσα είναι... των Καιρών".
Φοβάμαι....
το κρύο διαδέχεται το φως που σβήνει...
Κρυώνω.....
Δε θα με προλάβεις....
Τρέχουν οι Φωνές...
τα δάκρυα....
οι σκέψεις...
αιμορραγώ ...
δε θα με προλάβεις.....
Τρίτη 5 Μαρτίου 2013
Μη με στήσεις.............................
-Μη με στήσεις...
...
Το ταξίμετρο γράφει πιο γρήγορα με μένα επιβάτη. Θα 'πρεπε να' γραφε μουσική. Να γράψει μία μικρή ιστορία η διαδρομή μου. Να με χορεύουν οι νεότεροι. Να με τραγουδούν οι μεθυσμένοι.
Κάθομαι πάντα πίσω, ήρεμη, σταυροπόδι, με ίσια την πλάτη, έξω το στήθος, το βλέμμα στον ουρανό, τα πόδια στη γη, με την καρδιά χαρισμένη ή μπλοκαρισμένη ή κομμάτια ή απλά ζωγραφισμένη στο τζάμι πάνω στην υγρασία από το χνώτο μου.
Οι οδηγοί με μισούν. Κινούμαι επικίνδυνα. Τρέχω πιο γρήγορα απ' το ταξίμετρο, από το ταξί, από τη μηχανή που επιταχύνει στην εθνική, από το βλέμμα του Άντρα που σαρώνει όλες τις Γυναίκες στο μπαρ, από τον μετρητή της ΔΕΗ που καλπάζει. Τρέχω έξω από το σώμα μου, μέσα σ' αυτό, με αυτό και χωρίς του. Ο τροχονόμος σφυρίζει έρωτα και κοιτά τις γάμπες μου. Του κλείνω το μάτι, γλιτώνω τις κλήσεις. Το φανάρι διαμαρτύρεται με κόκκινες τιμωρίες. Το προσπερνάω και το παραβιάζω. Οι διπλές γραμμές, αρτηρίες γεμάτες γάλα θηλάΖουν τις διαδρομές μου. Οι οδηγοί με μισούν. Έχω κάτασπρα δοντάκια. ΡοκανίΖω χιλιόμετρα. Έχω σκληρά νύχια. ΑρπάΖω ευκαιρίες. Έχω ατσάλινης ευλυγισίας οστά. Δεν σπάω. Λυγίζω ακροβατικά πάνω στα τεντωμένα σκοινιά του γκρεμού και ισορροπώ όταν οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα στην Σίγουρη Πτώση μου.
Ο μόνος που με συναγωνίζεται είναι ο Χρόνος. Φτάνω σπίτι και είναι ήδη εκεί. Έχει ανάψει θερμοσίφωνα και έχει γεμίσει τη μπανιέρα μου ως το χείλος του πνιγμού της. Ξεντύνομαι. Πάντα αργά, με ιεροτελεστίας αφοσίωση. Βγάζω το ρολόι, το μαχαίρι από την τσέπη μου, την κραυγή που με πνίγει στο λαιμό μου, τη ζώνη που σφίγγει τη μέση μου και με κόβει στα δύο {Ψυχή και Σώμα}, τα ρούχα μου, τα εσώρουχα, το δέρμα μου, την ταυτότητα. Γυμνή βουλιάΖω στην Λύτρωση μιας επιστροφής στο αμνιακό υγρό που με γέννησε. Μόλις βυθίζομαι, ξεχειλίΖει απ' τα τοιχώματα η Ζωή μου. Σπάνε τα νερά της. Βρέχει κλάματα, λυγμούς, βρισιές, ικεσίες και παιδικά τραύματα. Η Νύχτα ανοίγει το στόμα της και καταπίνει μουσκεμένο ουρανό. Το νερό κρυώνει. Το κορμί εξατμίζεται. Το φως σβήνει. Το Φεγγάρι, πάντα εκεί.
Μου απλώνεις το χέρι κρατώντας την πετσέτα, την κουβέρτα, την αγκαλιά. Πάντα αναρωτιέμαι πώς έρχεσαι, αφού όλα τα κρατώ κλειδωμένα. Τέτοιες ώρες όλα μου είναι κλειστά. Ανοίγεις και πάντα είσαι εκεί, εδώ, μέσα μου να κρατάς μακριά τα κοντινά μου επικίνδυνα στιλέτα. Μόνο τις γόβες επιτρέπεις, γιατί λατρεύεις τον τρόπο που τρυπούν τις φλέβες του πατώματος και ζωγραφίζουν παπαρούνες το χαλί, στη φαντασία σου, στο σενάριο της Ζωής μας.
Βαθαίνει ο διάδρομος. Τα ψιλά μου τελείωσαν και το ταξί με παράτησε μπρος στο σαλόνι. Αρνείται να διασχίσει το διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα που λούζεται από Φεγγάρι.
-Αυτή η σκαλωσιά, που οδηγεί στην Ποίηση, ορειβατικά διασχίζεται με άδειες τσέπες... είπε ο ταξιτζής στην Αγωνία μου και μ' έσπρωξε στο Κενό.
Κάθε που προκύπτει ενδεχόμενο Πτώσης, οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα υπέρ της. Ακόμη δεν έμαθαν πως Με λένε Γυναίκα. Γεννιέμαι γεννώντας, ακόμη κι αν το παιδί γεννιέται νεκρό. Γιατί μες στους 9 μήνες της Κύησης Εγώ είμαι το Παιδί και η Μάνα μου, η Ζωή και ο Θάνατός μου.
Σήμερα που σε ερωτεύτηκα επιχείρησα ξανά να αυτοκτονήσω. Με νερό και φωτιά.
Αναστήθηκα πιο υγρή και πιο πύρινη.
Αύριο οι ταχύτητές μου θα είναι ασύλληπτα ιλιγγιώδεις.
Μου κάνεις κακό, μα πούλησα το σπίτι μου και ποντάρω Στοιχήματα πως ο Χρόνος σε προσέλαβε κι ας Εγώ σε πληρώνω με Ειλικρίνειες.
Πρώτη φορά λούζομαι γυμνή από όλα, όχι για να απολυμάνω τον Εαυτό μου από τη φτήνια του Κόσμου -φτηνά μεροκάματα, φτηνά καπρίτσια, φτηνά ποτά, φτηνοί έρωτες- μα για το Ραντεβού μας...
-Μη με στήσεις... μα και μην έρθεις πριν την ώρα σου... Να έχω προλάβει να σκαρφαλώσω τη σκαλωσιά από την κρεβατοκάμαρα ως το Φεγγάρι της Ποίησης...
...
Το ταξίμετρο γράφει πιο γρήγορα με μένα επιβάτη. Θα 'πρεπε να' γραφε μουσική. Να γράψει μία μικρή ιστορία η διαδρομή μου. Να με χορεύουν οι νεότεροι. Να με τραγουδούν οι μεθυσμένοι.
Κάθομαι πάντα πίσω, ήρεμη, σταυροπόδι, με ίσια την πλάτη, έξω το στήθος, το βλέμμα στον ουρανό, τα πόδια στη γη, με την καρδιά χαρισμένη ή μπλοκαρισμένη ή κομμάτια ή απλά ζωγραφισμένη στο τζάμι πάνω στην υγρασία από το χνώτο μου.
Οι οδηγοί με μισούν. Κινούμαι επικίνδυνα. Τρέχω πιο γρήγορα απ' το ταξίμετρο, από το ταξί, από τη μηχανή που επιταχύνει στην εθνική, από το βλέμμα του Άντρα που σαρώνει όλες τις Γυναίκες στο μπαρ, από τον μετρητή της ΔΕΗ που καλπάζει. Τρέχω έξω από το σώμα μου, μέσα σ' αυτό, με αυτό και χωρίς του. Ο τροχονόμος σφυρίζει έρωτα και κοιτά τις γάμπες μου. Του κλείνω το μάτι, γλιτώνω τις κλήσεις. Το φανάρι διαμαρτύρεται με κόκκινες τιμωρίες. Το προσπερνάω και το παραβιάζω. Οι διπλές γραμμές, αρτηρίες γεμάτες γάλα θηλάΖουν τις διαδρομές μου. Οι οδηγοί με μισούν. Έχω κάτασπρα δοντάκια. ΡοκανίΖω χιλιόμετρα. Έχω σκληρά νύχια. ΑρπάΖω ευκαιρίες. Έχω ατσάλινης ευλυγισίας οστά. Δεν σπάω. Λυγίζω ακροβατικά πάνω στα τεντωμένα σκοινιά του γκρεμού και ισορροπώ όταν οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα στην Σίγουρη Πτώση μου.
Ο μόνος που με συναγωνίζεται είναι ο Χρόνος. Φτάνω σπίτι και είναι ήδη εκεί. Έχει ανάψει θερμοσίφωνα και έχει γεμίσει τη μπανιέρα μου ως το χείλος του πνιγμού της. Ξεντύνομαι. Πάντα αργά, με ιεροτελεστίας αφοσίωση. Βγάζω το ρολόι, το μαχαίρι από την τσέπη μου, την κραυγή που με πνίγει στο λαιμό μου, τη ζώνη που σφίγγει τη μέση μου και με κόβει στα δύο {Ψυχή και Σώμα}, τα ρούχα μου, τα εσώρουχα, το δέρμα μου, την ταυτότητα. Γυμνή βουλιάΖω στην Λύτρωση μιας επιστροφής στο αμνιακό υγρό που με γέννησε. Μόλις βυθίζομαι, ξεχειλίΖει απ' τα τοιχώματα η Ζωή μου. Σπάνε τα νερά της. Βρέχει κλάματα, λυγμούς, βρισιές, ικεσίες και παιδικά τραύματα. Η Νύχτα ανοίγει το στόμα της και καταπίνει μουσκεμένο ουρανό. Το νερό κρυώνει. Το κορμί εξατμίζεται. Το φως σβήνει. Το Φεγγάρι, πάντα εκεί.
Μου απλώνεις το χέρι κρατώντας την πετσέτα, την κουβέρτα, την αγκαλιά. Πάντα αναρωτιέμαι πώς έρχεσαι, αφού όλα τα κρατώ κλειδωμένα. Τέτοιες ώρες όλα μου είναι κλειστά. Ανοίγεις και πάντα είσαι εκεί, εδώ, μέσα μου να κρατάς μακριά τα κοντινά μου επικίνδυνα στιλέτα. Μόνο τις γόβες επιτρέπεις, γιατί λατρεύεις τον τρόπο που τρυπούν τις φλέβες του πατώματος και ζωγραφίζουν παπαρούνες το χαλί, στη φαντασία σου, στο σενάριο της Ζωής μας.
Βαθαίνει ο διάδρομος. Τα ψιλά μου τελείωσαν και το ταξί με παράτησε μπρος στο σαλόνι. Αρνείται να διασχίσει το διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα που λούζεται από Φεγγάρι.
-Αυτή η σκαλωσιά, που οδηγεί στην Ποίηση, ορειβατικά διασχίζεται με άδειες τσέπες... είπε ο ταξιτζής στην Αγωνία μου και μ' έσπρωξε στο Κενό.
Κάθε που προκύπτει ενδεχόμενο Πτώσης, οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα υπέρ της. Ακόμη δεν έμαθαν πως Με λένε Γυναίκα. Γεννιέμαι γεννώντας, ακόμη κι αν το παιδί γεννιέται νεκρό. Γιατί μες στους 9 μήνες της Κύησης Εγώ είμαι το Παιδί και η Μάνα μου, η Ζωή και ο Θάνατός μου.
Σήμερα που σε ερωτεύτηκα επιχείρησα ξανά να αυτοκτονήσω. Με νερό και φωτιά.
Αναστήθηκα πιο υγρή και πιο πύρινη.
Αύριο οι ταχύτητές μου θα είναι ασύλληπτα ιλιγγιώδεις.
Μου κάνεις κακό, μα πούλησα το σπίτι μου και ποντάρω Στοιχήματα πως ο Χρόνος σε προσέλαβε κι ας Εγώ σε πληρώνω με Ειλικρίνειες.
Πρώτη φορά λούζομαι γυμνή από όλα, όχι για να απολυμάνω τον Εαυτό μου από τη φτήνια του Κόσμου -φτηνά μεροκάματα, φτηνά καπρίτσια, φτηνά ποτά, φτηνοί έρωτες- μα για το Ραντεβού μας...
-Μη με στήσεις... μα και μην έρθεις πριν την ώρα σου... Να έχω προλάβει να σκαρφαλώσω τη σκαλωσιά από την κρεβατοκάμαρα ως το Φεγγάρι της Ποίησης...
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
~Χρώμα με τα ποιήματα, σκοτάδι με τα άδεια~
Κίνητρο - Βέλος από την unique VaiaTou...
Μένω γυμνή στο Κίτρινο, στο Μαύρο και στο Ρίγος...
Είναι το χρώμα της πληγής πιότερο που μου πάει...
Μια τρύπα ανοίγω στο λαιμό να στάξει μενταγιόν μου,
Κόκκινο, καταΚόκκινο να πάλλεται στο στήθος...
Μία γρατζουνιά φυτεύω γύρω από τον καρπό μου
βραχιόλι να 'χω κόκκινο, ρολόι των Λαθών μου...
Μία μαχαιριά στην πλάτη μου χορεύω, λιποθυμάω
και μες στο κρύο ντύνομαι το Χρώμα των Ερώτων...
Πώς τάχα με περίμενες να τρέξω να ξεφύγω?...
Αυτοκτονούν όλα τα ΠΡΙΝ και μένω με τα ΤΩΡΑ...
μένω με τα γινάτια μου γυμνή μέσα στην μπόρα...
Τρέχει το Έργο μου καρέ, τρέχει μου και ο Χρόνος
και ο Ζωγράφος διάλεξε χρώμα μου να 'ναι ο Δρόμος...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Γυμνή είμαι, μα ντύνομαι Κόκκινο και Σκοτάδι...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και παίρνει μου τα μέτρα...
Όχι σαν τον Χάροντα, που ακίνητη με θέλει..
μα σαν τον Εραστή του ΝΟΥ, που όλο του ξεφεύγω
και στα παρασκήνια της Σκέψης τρέχει και με γυρεύει...
είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Είναι το χρώμα της πληγής πιότερο που μου πάει...
Μια τρύπα ανοίγω στο λαιμό να στάξει μενταγιόν μου,
Κόκκινο, καταΚόκκινο να πάλλεται στο στήθος...
Μία γρατζουνιά φυτεύω γύρω από τον καρπό μου
βραχιόλι να 'χω κόκκινο, ρολόι των Λαθών μου...
Μία μαχαιριά στην πλάτη μου χορεύω, λιποθυμάω
και μες στο κρύο ντύνομαι το Χρώμα των Ερώτων...
Πώς τάχα με περίμενες να τρέξω να ξεφύγω?...
Αυτοκτονούν όλα τα ΠΡΙΝ και μένω με τα ΤΩΡΑ...
μένω με τα γινάτια μου γυμνή μέσα στην μπόρα...
Τρέχει το Έργο μου καρέ, τρέχει μου και ο Χρόνος
και ο Ζωγράφος διάλεξε χρώμα μου να 'ναι ο Δρόμος...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Γυμνή είμαι, μα ντύνομαι Κόκκινο και Σκοτάδι...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και παίρνει μου τα μέτρα...
Όχι σαν τον Χάροντα, που ακίνητη με θέλει..
μα σαν τον Εραστή του ΝΟΥ, που όλο του ξεφεύγω
και στα παρασκήνια της Σκέψης τρέχει και με γυρεύει...
είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









