Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Εξαρτήσεις και καταΧρήσεις Εαυτού...




----------------------------------------------------------------------------------------

Νηνεμία. Άρα όλα καλά. Όταν σε ρωτούν "Τί γίνεται;" και απαντάς με το αδιάφορο "Τίποτα", σημαίνει πως όλα είναι υπέρ του δέοντος καλά, γιατί είναι φορές που το "Κάτι" μπορεί να ανατινάξει στον αέρα τις μαργαρίτες.

Σ’ όλες τις επιφάνειες ένα αόρατο χέρι έχει αλείψει λάδι. Γνήσιο ελαιόλαδο Ηρεμίας, Τάξης κι Ασφάλειας. Στην επιφάνεια του προσώπου σου, της γειτονιάς, της δουλειάς μου, της κάθε συζήτησης, στην επιφάνεια του δρόμου, αυτής της πόλης, αυτής της χώρας, αυτού του κόσμου. Οι θάλασσες έπαψαν να μιλούν τη γλώσσα των ποιητών και η Κοπέλα αυτοκτόνησε χθες, χωρίς να την καταγράψουν οι κάμερες. Αυτόν τον χαμένο έρωτα, αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο ζωής, αυτήν την εξαφάνιση δεν θα την μάθει ποτέ κανείς.

Επιφανειακά είμαι υγιής. Το λευκό των ματιών διάφανα καθαρό. Η γλώσσα κόκκινη. Τα δάχτυλα σε θερμοκρασία σώματος, χωρίς προβλήματα υποθερμίας από κατεστραμμένο κυκλοφοριακό. Το σώμα στα κιλά του, είτε είμαι μέσα του, είτε λείπω. Δεν καπνίζω, δεν  πίνω, δεν κάνω καταχρήσεις και θρέφομαι υγιεινά. Παράδειγμα προς μίμηση. Ντύνομαι για τη δουλειά.
-Τι γίνεται;…
-Όλα καλά…
Πάντα… όλα καλά. Ένα νεύμα μέθης στο βλέμμα του γείτονα. Εργένης. Δε χαμπαριάζει  Χριστό, ούτε κρίση κι  ούτε εμφανίστηκε ποτέ εκείνο το «Κάτι» που θα του ανατρέψει τα σχέδια νυχτός και ζωής. Καπνίζει, πίνει, κάνει καταχρήσεις και θρέφεται με επιλεκτικά μενού γρήγορης ψαριάς και όλα τα συνοδευτικά τους. ΣυχνάΖει σε πολυσύχναστα στέκια αλκοολικής κουλτούρας, όπου οι θαμώνες  ανήκουν σε δύο κατηγορίες:
α. μεθούν και μόνο με τη μυρωδιά γυναικείου σώματος
β. δε μεθούν ούτε με ν σφηνάκια βότκα και τεκίλα σε εναλλαγή.
Ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος  πίνονται σε σφηνάκια… δε σερβίρονται κερασμένα από τον γόη Barman που παίζει με τις ανασφάλειές μου.

Βάζω το χέρι στην τσέπη, πιάνω ένα ραβασάκι. Τα λατρεύω τα αποκόμματα. Κάποτε τα αντάλλασσαν οι ερωτευμένοι. Στις μέρες μας, αν είσαι τρελός, γράφεις στιχάκια σήμερα ταχυδρομημένα σιωπηρά προς τον εαυτό σου για  παραλαβή σε ένα ασαφές αύριο, που το χέρι θα ξαναμπεί στην τσέπη με την αγωνία. Ξεδιπλώνω και διαβάζω:

«~Μία τζούρα αλκοόλ~

Μία τζούρα αλκοόλ
θέλει η Αλήθεια.
Ούτε θάλασσες,
ούτε μοναξιά.
Δε δίνει δεκάρα
για τα σκηνικά του Έργου.
Στα σύνεργα ποντάρει.

Ένα καρφί θέλει
στον αυχένα, με δύναμη.
Ένα σπασμένο γυαλί
να πονά το μάτι.
Ένα ξυράφι
να κόβει φιλέτα
λέξεις, χείλη
χαμόγελα και κλάματα.

Μία τζούρα αλκοόλ.
Όχι για μεθύσι,
για μούδιασμα.
Να δοθεί το μικρόφωνο
στην κραυγή
που απ’ το στόμα της πληγής
ουρλιάΖει Αλήθεια.

Σφηνάκι Ζόρικων Εαυτών
που δε μεθάνε,
ούτε μουδιάΖουν
με υποκατάστατα νοθευμένης γουλιάς
που ξεβράζεται στον άσπρο πάτο
μιας μονοκοπανιάς
Ζωής
κερασμένης από τον BarMan…»


Πάντα ακολουθεί ιερός μονόλογος.
-Είναι πρωί ακόμα ή έστω, τώρα βραδιάζει. Όπως και να ‘χει, μην με παίζεις έτσι. Τι έπινες όταν το ‘γραφες?
-Τίποτα.
- Γαμώτο… στοιχειώνει αυτό το «Τίποτα»… Ήθελα μια φορά να είχες πιει «Κάτι»… «Κάτι» από τα απαγορευμένα των Τρελών.
-Δεν με πιάΝουν οι εξαρτήσεις της Ζωής…
-Ξέρω…

Ούτε τσιγάρο. Ούτε μία τζούρα κονιάκ για το κρύο. Ούτε ταξί. Ούτε λεωφορεία. Πάντα όταν γράφω, όλα απεργούν. Πάντα βιάζομαι να φτάσω κάπου, στη δουλειά, σε σένα, και πάντα αναγκάζομαι να έρθω με τα πόδια. Πάντα έρχομαι με Σκέψεις. Οπότε, έχω χρόνο… ή μήπως όχι?...

Περπατάω. Στα κείμενα οι δρόμοι διασταυρώνονται, διχαλωτά ανοίγουν, εφάπτονται, επιμηκύνονται, μεταμορφώνονται σε ερπετά, φτύνουν δηλητήριο, σε πετυχαίνουν στην Πτέρνα του Ταξιδιού, πεθαίνεις για σήμερα, ξυπνάς στο πεζοδρόμιο της άλλης μέρας και την επόμενη ξεμέθυστος από την Τρέλα σηκώνεσαι πάλι από το κρεβάτι και ντύνεσαι για τη δουλειά.

Ξηλώνω τις φλέβες μου κάθε που γράφω. Εκεί περπατάω και εσύ διασχίζεις, μεθυσμένος ή αδιάφορος, τους συνειρμούς, χωρίς να υποψιάζεσαι Τίποτα. Ήθελα μια φορά να έρθεις και να φέρεις «Κάτι»… ή όταν φύγεις, από το «Τίποτα» που με πνίγει, να πάρεις «Κάτι»… να με γλιτώσεις από το βάρος ενός ακόμη Θανάτου.

Ζηλεύω τους θαμώνες στα στέκια των γήινων εξαρτήσεων. Δεμένοι, μα ξέρουν από τι. Εγώ, επιφανειακά υγιής, υποφέρω από αόρατους εθισμούς, που δεν μελετήθηκαν ποτέ.

Κάθε φορά που επισκέπτομαι τα Έκτακτα μετά από απόπειρα Μεταμόρφωσης, η Νοσοκόμα με ρωτά:
-Εξαρτήσεις;
-Ναι.
-Αλλεργίες;
-Ναι.

Σημειώνει την κατάφαση και περιμένει να της αναφέρω τις ουσίες. Ποιες οι Εξαρτήσεις μου και ποιες μου οι Αλλεργίες.
Είμαι τόσο ασθενική που δε βγαίνει η φωνή  μου. Ζητώ χαρτί να και γράφω:

Εξαρτήσεις:
>Ενέσιμη μορφή κάθε είδους αλληγορίας
>Μεταμορφωτικές Ουσίες  Εαυτού
>Αλκοόλ πολλών οκτανίων Πλάνης
>Αναθυμιάσεις καμμέΝου Καθεστώτος Ζωής

Αλλεργίες:
>σε Γήινες Εξαρτήσεις
>σε Συλλέκτες Αντικειμένων, Γυναικών, Αντρών, πάσης Φύσεως Υλικών.
>στις Επιφάνειες, κάθε είδους: Στην επιφάνεια του προσώπου σου, του προσώπου μου, της γειτονιάς, της δουλειάς μου, της κάθε συζήτησης, στην επιφάνεια του δρόμου, αυτής της πόλης, αυτής της χώρας, αυτού του κόσμου.

Αυτό με οδήγησε ως εδώ…. ή μάλλον ως εκεί.

Γράφοντας, ο δρόμος στένευε και ψήλωνε, σαν αγόρι που το έθρεφα  με το βήμα της Σκέψης μου και κείνο μέσα στην αγκαλιά του παρανοϊκού Ταξιδιού μου μεγάλωνε. Ανηφόριζα στον πιο ψηλό βράχο. Σιχάθηκα την Νηνεμία. Αυτό το αβάσταχτο «Τίποτα» έπρεπε να πέσει από ψηλά να σπάσει. Έφτασα στο χείλος. Η Θάλασσα πρόστυχα ήρεμη. Λάδι.

 «Είμαι το ψαράκι σου απόψε και κοίτα με, μες στο Θάνατο  μεγαλώνω, γιατί στην Ανάσταση που σχεδίασα πάντα πιο Γιγάντια αναγεννιέμαι»

Παίρνω φόρα, μένοντας ακίνητη. Φόρα Ψυχής. Πηδώ με ορμή και πείσμα. Στα δευτερόλεπτα του γκρεμού προς τη Θάλασσα γιγαντώνομαι, βαραίνω, επιταχύνομαι. Πέφτω και Διαλύω το απέραντο «Τίποτα» αυτής της γελοία μαστουρωμένης Κοινωνίας.

Δεν κάλεσα τα κανάλια. Κάλεσα Εσένα. Εσύ κρατάς την κάμερα. Εσύ καταγράφεις, μεθυσμένος ή αδιάφορος, το σκηνικό.
Η Κοπέλα αυτοκτόνησε, μπροστά στα μάτια σου, γιατί η μόνη εξάρτηση που είχε, ο μόνος εθισμός της, η μόνη της κατάχρηση ήταν ο Άγριος Έρωτας που ξέρει να γεννά Επαναστάσεις μέσα από το Θάνατο του Ενός.

Οι μέρες κυλούν.
Οι νύχτες επίσης.
Απόψε, ένας λιγότερος στο Bar.
Μετρήθηκαν τα «Τίποτα» των θαμώνων  και διαπιστώθηκε πως Αυτός που λείπει έφυγε  για να προλάβει το «Κάτι» που ανατινάζει στον αέρα τις Μαργαρίτες, τις Σκέψεις και τις Ζωές των Ανθρώπων…