Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Η καλή και η κακιά, Εγώ...




Ρετιρέ. 4ος όροφος. Πτώση. 3ος. 2ος.  Ημιόροφος. Ισόγειο. Κλιμακοστάσιο. Θαμμένη.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)

Δεν έχω αυλή να τρέξω όταν μου επιτίθεμαι και  με κυνηγάω, σαν άγριος σκύλος, κατοικίδιας φυγής, ως εκεί που τεντώνει το λουρί μου, να ξεφύγω από το αφεντικό μου, που ξεσπάει πάνω μου.

Ξεσπάω.

Καλέ μου δίποδε Εαυτέ πολύ σε τάισα. Καλοθρεμμένος όπως είσαι, ήρθε η ώρα να φαγωθείς. Τρέχουν τα σάλια μου κι εσένα τα δάκρυα. Μας λείπουν τα σιρόπια να γλιστρήσει ο θάνατος να γλιτώσουμε τα έξοδα της κηδείας. Στρώνω τραπέζι. Κάθισε να σε πιάσω.
Κλαις?
Μην κλαις. Είσαι όμορφη όταν κλαις, μα χάνεις την νοστιμιά σου. Αλμυρίζεις πολύ. Γίνεσαι λύσσα. Και μην φωνάζεις, θα μας ακούσουν και θα 'ρχουν να σε σώσουν. Θα μαζευτεί κόσμος, ενώ το δείπνο απόψε είναι για μας τους δυο. Όποιος πέσει πρώτος νεκρός θα φαγωθεί. Τι λες?.. Έλα, αποποιήσου την τόση σου καλοσύνη. Καλέ μου δίποδε Εαυτέ, κινδυνεύεις. Οι δαίμονες του μυαλού μου κρατάνε μαστίγια και ήδη είσαι στριμωγμένος στη γωνιά της Καλοσύνης σου. Μια σταλιά δωμάτιο αυτή η Τόση Καλοσύνη σου, μ' ένα τόσο δα μπαλκονάκι Ανταμοιβής. Δεν έχεις ελπίδα. Πήδα. Σε φτάνω.

10. 9. 8. 7. 6......

Ουρλιάζω. Ορμάω.
Πηδάς. Πέφτεις.

Ρετιρέ. 4ος όροφος. Πτώση. 3ος. 2ος.  Ημιόροφος. Ισόγειο. Κλιμακοστάσιο. Θαμμένη.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)

Δεν έχω αυλή να τρέξω. Μου επιτίθεμαι. Με πιάνω. Ξεσπάω. Σπάω. Αντίστροφα μετράω. Είμαι καλά. Δεν είμαι καλά. Είμαι καλή. Είμαι κακιά. Ποτέ δεν ξεφεύγω από τα χέρια μου. Φασαρία, κακό. Μαζεύτηκε κόσμος. Αστυνομία. Έρευνα. Ανακρίσεις. Δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο λαιμός μου γεμάτος. Το σώμα γρατζουνιές. Τα νύχια με αίμα. Ταυτοποίηση. Εγώ, η καλή  και η κακιά, εναντίον μου, σε ώρες που εκδικούμαι την τόση μου ευτυχία με βανδαλισμό και αυταπάρνηση, με λεηλασία και ξεριζωμό... Ζωμό... Τί όμορφα το είπες! Πείνασα πάλι... Με κλείσανε στο κελί μου, μα όταν βγω, ετοιμάσου... για σένα θα 'ρθω ξανά... Εγώ η κακιά... Εγώ η καλή... με τις σάρκες μου θρέφομαι, τις σάρκες μου μεγαλώνω κι ας το κελί μου χρόνια τώρα επιμένει στις ίδιες διαστάσεις, του μυαλού μου...
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP.




Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Γεράκος Νο7



Η διάγνωση πάντα ίδια. Πώς περιμένεις κάτι νέο να πω? Ο κόσμος καρκινοπαθής στο τελευταίο του στάδιο. Με τσέπες πολυτελείας που του είναι άχρηστες, τόσο όσο οι καλυμμένες υπέρογκες επιταγές στο κισσέ του θανάτου. Με σώμα παραδομένο ήδη στους ψαλμούς νεκρικής ακολουθίας πάσης φύσεως θρησκειών. Με τον παγκόσμιο Νου εξαρτημένο κι ανίκανο ν' αντισταθεί σε ένα ακόμη τσιγάρο με νικοτίνη διαφθοράς και πίσσα εθελοτυφλίας. Με ογκώδη φάκελο παραβιασμένου ιατρικού απορρήτου.
Εγώ?
Τι με κοιτάς?
Ούτε νοσοκόμα είμαι. Ούτε γιατρός. Επισκέπτρια είμαι από το συγγενικό περιβάλλον που κληρονόμησα το επιρρεπές γονίδιο και ξέρω από τί θα πεθάνω.
Η διάγνωση πάντα ίδια και μόνη μου ελπίδα εκείνος ο εξ αγχιστείας Παππούς που έρχεται στον ύπνο μου και προσπαθεί να μου μάθει να ξεχωρίζω, σ' έναν κόσμο που μας μαθαίνει ίδιοι να γινόμαστε, κοινοί κι απρόσωποι, μέσα σε έναν θάλαμο άρρωστης ισότητας που θερίζει τα κεφάλια που ξεχωρίζουν.





Γεράκος Νο6




Μόνος του όλα. Λερώνει, πλένει, απλώνει, σιδερώνει, κυκλοφορεί. Μπλούζες, πουκάμισα και σακάκια με κομμένα μανίκια και ραμμένες οι τρύπες. Μην βγαίνουν τα χέρια. Φράγματα από γαζί που εμποδίζουν κάθε είδους δοσοληψία με τούτο τον κόσμο. Τα μάτια κλείναν. Ευτυχώς, αποφεύχθηκε η ραφή. Όταν οι εικόνες μύριζαν αποσύνθεση, έκλεινε τα βλέφαρα, έκανε μεταβολή και αποσυρόταν στο πίσω μέρος του μυαλού του.
..αποΜΟΝΟΣη..
Το μόνο που πρόδιδε την ευαισθησία του στη συντροφικότητα ήταν τα πουλιά. Τα πουλιά που ράμφιζαν τα αόρατα που τους πετούσε ψίχουλα και τον ακολουθούσαν πιστά στον καθιερωμένο του περίπατο στο προαύλιο της σακατεμένης ζωής των ανθρώπων, μαζεύοντας τα σπάνια νομίσματα εμπιστοσύνης που έβρισκε στο δρόμο. Πολύ σπάνια πια.

Υπάρχουν ζητιάνοι πολυτελείας σου λέω. Όχι οι αγύρτες που παραμυθιάζουν τον κόσμο και του αποσπούν ψιλά κρύβοντας περιουσίες μέσα στα σάπια στρώματα, όπου κοιμίζουν την ξαγρύπνια τους ... μα Εκείνοι που διασχίζουν τις νέας αρχιτεκτονικής γειτονιές με βήμα και βλέμμα πλούσιας μοναχικότητας, που ποτέ δεν νιώθουν μόνοι, ούτε φτωχοί, που λυπούνται τους πεινασμένους ανθρώπους με τους χαρτοφύλακες και τα στερημένα παιδιά από αγάπη, που τα 'χουν όλα, εκτός από τ' αυτονόητα.

Περπάτησε από την πλατεία Αγίου Δημητρίου ως το σούρουπο, διέσχισε τα έτη 1925 ως σήμερα. Ξεκίνησε ποτισμένος με τις διδαχές του παλιού σχολείου, τερμάτισε αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος. Στο ρέμα Πικροδάφνης έσκισε την αριστερή ραφή του σακακιού του και κάρφωσε στο εσωτερικό της παλάμης του μία αιχμηρή Μνήμη. Ένωσε το πικρό του αίμα με το ρέμα. Θυμήθηκε πως πέρασαν εποχές που οι άνθρωποι ήταν γλυκοαίματοι. Αγαπιόντουσαν αυθόρμητα για στιγμές αιώνιες.
Μισούσε αυτή τη Γυναίκα. Την Μνήμη. Όπως όλες οι Γυναίκες της ζωής του, τον αγάπησε πολύ και ήταν από τις λίγες που δεν έπαψαν να τον επισκέπτονται ακόμη και στις πιο βαθιές μοναξιές του. Ήταν αυτή που ήξερε τ' αδύναμα σημεία του. Όταν τον αγρίευε, Εκείνος δε δίσταζε να οπλιστεί με ακονισμένα βλέμματα και να αμυνθεί μέχρι θανάτου.

Τον Θάνατο τον είχε από κοντά, έτσι κι αλλιώς. Τον θεωρούσε σύμμαχο, ήταν κι αυτός αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος.

Έσκυψε και ήπιε λίγο αφέψημα Πικροδάφνης. Το πικρό νερό που πίνει πλέον ο κόσμος, όταν διψά. Άνοιξε την ματωμένη παλάμη και επεξεργάστηκε το μοναδικό νόμισμα εμπιστοσύνης που είχε πλέον στην κατοχή του. Μειδίασε προς το είδωλό του στο νερό και ξήλωσε την δεξιά ραφή. Ζύγισε ως δεξιόχειρας το νόμισμα, σαν βότσαλο, στο χέρι. Έκλεισε το αριστερό του μάτι και με το δεξί κοίταξε, από μία αόρατη διόπτρα, την Ματαιοδοξία του Κόσμου που άνθιζε παρόχθια του ρέματος. Διαισθάνθηκε την ιερόσυλη επιθυμία του ανθρώπου να μπαζώσει το ρέμα και να χτίσει αυθαίρετες ζωές. Ένιωσε πάλι εκείνη την καούρα στο στομάχι. "Πάνω από το πτώμα μου" σκέφτηκε και πέταξε το νόμισμα σαν βότσαλο να κάνει τρεις ελιγμούς στο πικρό νερό. Είδε το αίμα του να κάνει ομόκεντρους κύκλους, να σκάει στα θεμέλια των πολυκατοικιών, στις πυλωτές των αστέγων και να μεταγγίζεται σ' ένα Αλάνι που είχε σταματήσει το σχολείο και τόση ώρα τον παρατηρούσε ενδελεχώς.
"Γεράκο, πάψε ν' ασχολείσαι μαζί τους. Ξοφλημένοι είναι. Βγες έξω από το μπαλωμένο σακάκι σου να παίξουμε..." είπε ο μικρός...

Ο Γεράκος πλησίαζε σοφός προς το σούρουπο.
Σκέφτηκε να πει κάτι βαθύ, αλληγορικό, κοφτό, αντρίκιο και ταυτόχρονα απλό για να το κατανοήσει ο μάγκας πιτσιρίκος που παρείσδυσε με θράσος στον κόσμο του...
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ο πιτσιρίκος είχε πέσει στο ρέμα, δάγκωσε άγρια την παλάμη του, έσταξε γλυκό αίμα στο νερό. Άπλωσε το χέρι, πήρε το νόμισμα εμπιστοσύνης και επέμενε στο νεύμα του..
"Παίζω", είπε ο Γεράκος και βγήκε από τα μπαλωμένα του ρούχα, από τις βαθιές του Σκέψεις, από την αποΜΟΝΟΣη κι έμεινε μ' ένα σορτσάκι παιδικών χρόνων στην Αλάνα μιας ανώνυμης οδού, όπου δεν χρειαζόταν να συστηθείς για να γίνεις φίλος και κατανόησε πως πάντα αξίζει  να 'χεις το χέρι απλωμένο, γιατί όλο κι ένα Παιδί θα βρεθεί να σου αρπάξει το νόμισμα εμπιστοσύνης που κρατάς στην παλάμη σου... μέσα σ' έναν κόσμο που αμετανόητος πουλιέται κι αγοράζεται...











Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Ώρα ν' αλλάξεις στάση προς τη Ζωή...

Ανθρωπάκο μικροσκοπικέ κι ασήμαντε, φυσικά και έχει μεγάλη σημασία να το ακούσεις αυτό και να πάρεις θέση. Γιατί η στάση μας προς τη Ζωή είναι που, από μικροσκοπικούς κι ασήμαντους, μάς κάνει Ικανούς ν' αλλάξουμε τον Κόσμο...
Η στάση μας προς τη Ζωή.... ποτέ τα λόγια... λόγια... λόγια... λόγια...






Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

~'Αμυνα~



{η φωτογραφία δανεική από εδώ:
 http://pulpfactor.com/art/1797/death-and-surrealism/}


Τυλιγμένη γύρω από τον αφαλό
με τα πόδια μου αγκαλιά
μην με βρουν οι εφιάλτες.

Ο Εαυτός ξεπηδά απ' τ' όνειρο
και με τραβά από το κεφάλι
να γεννηθώ.

Στο κλάμα μου μέσα
του δαγκώνω τα χέρια.
"Δε γεννιέμαι...
Δεν..."

Ούτε ο Θάνατος
ούτε η Ζωή τριγύρω
να με υπερασπιστούν.

Νεκρή,
ηττημένη,
γεννιέμαι
κι επιζώ...




Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Έξω, στη Ζωή...



Η Αφιέρωση είναι ο Επίλογος του Προλόγου της .... ΖΩΗΣ...
--------------------------------------------------------------------------------------

Ήμουν καλή σε κάθε είδους Ποίηση. Προσποίηση. Παραποίηση. Εκποίηση. Ενεργοποίηση. Απενεργοποίηση. Μα μόνιμα μου διέφευγε η Πραγματοποίηση. Άμεσα συνυφασμένη με τη Ζωή,  και να απαιτεί ικανό συνεργό. Συμπέρασμα: μου έλειπε ο Συνεργός, την ώρα  που είχα έτοιμες όλες τις μακέτες υλοποίησης στο μυαλό μου.

Είχα προσποιηθεί επιτυχώς όλους τους αναλώσιμους Εαυτούς μου.
Είχα παραποιήσει όλα τα στοιχεία της προηγούμενης Ζωής μου.
Είχα προβεί ήδη σε εκποίηση των αντικειμένων της Αθωότητάς μου σ' ένα second hand bazaar στο ισόγειο της Κατάρρευσής μου.
Είχα ενεργοποιήσει όλα μου τα συστήματα ασφαλείας, ώστε να μην πλησιάσουν περίεργοι και περαστικοί το υπόγειο κάστρο μου τις ώρες που γράφω, αυτοκτονώ ή χορεύω.
Είχα απενεργοποιήσει το διαισθητικό μου GPS για να χάνομαι στους διαδρόμους του μυαλού μου.
Το μόνο που δεν είχα καταφέρει ήταν όλη αυτή την Ποίηση να την κάνω... Ζωή!

Καθόμουν αρκετή ώρα παιδικού χρόνου στην άκρη μιας ρίμας. Σκεφτόμουν "Να πέσω ή να μην πέσω;" Μισόχτιστο έστεκε το Ποίημα και η Ζωή μου. Δεν έπεσα. Δειλή! Ποτέ δεν ανακάλυψα το βάθος της Απόγνωσης. Οι σκιές με κρατούσαν στο Χορό και παίζαμε μαζί το "Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει" και το "Δεν περνάς κυρά Μαρία".
Όλες οι Γυναίκες έχουν μέσα τους μία Μαρία και μία Ελένη.

Έμενα δεμένη στο υπόγειο, σ' έναν ακίνητο χορό, αφήνοντας πού και πού το σώμα μου να κυκλοφορεί στην πόλη. Άρχισα να υφαίνω και να πλέκω. Στην ακινητοΠοίηση σκαρφίζεσαι τρόπους να σκοτώνεις το χρόνο, πριν σε βαλσαμώσει ο Θάνατος. Ανακάλυψα την Πηνελόπη μέσα μου. Ορφανή από Οδυσσέα. Τί τραγωδία! Να κεντάς φλέβες, να πλέκεις μαλλιά, να υφαίνεις στίχους, χωρίς έναν Οδυσσέα στην άλλη άκρη του ωκεαΝού σου!... και οι αρουραίοι να μιλούν τη διάλεκτο των Μνηστήρων αποσκοπώντας να ροκανίσουν το Σώμα σου!... Ω Δία!... πόσο ήθελα να υπήρχες και να έβαζες τάξη σ' αυτή την αδικία. Προσπάθησα τόσο να δικαιώσω τον στίχο, μα κυνηγήθηκα άγρια από τις Προχειρότητες. Κρύφτηκα. Αρνήθηκα δοσοληψίες. Με κατηγόρησαν για υπεροψία. Με έσυραν ενώπιον του Παιδικού Εαυτού μου. Δεν σήκωσα τα μάτια. Δεν... Κρίθηκα ένοχη... Μου στέρησαν την Είσοδο στη χώρα των ΥλοΠοιήσεων. Κατέρρευσα αγκαλιά με τις λιπόθυμες κυριολεξίες μου...

Πέρασα χρόνια σ' αυτή τη φυλακή. Κλεισμένη μέσα σε έναν τετραγωνισμένο κύκλο επαναλαμβανόμενης Ποίησης. Οι τοίχοι γεμάτοι στίχους.  Τα κελιά γεμάτα εγκλωβισμένους ανθρώπους με το σύνδρομο του Ποιητή. Νέο είδος ψυχωτικής ασθένειας. Κανείς δεν ήταν Ναπολέων. Όλοι ήταν Έλιοτ, Νερούδα, Ελύτης, Πλαθ, Σέξτον, Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Πολυδούρη, Σαπφώ, άντε ίσως και Γώγου, ή λίγο Άσιμος. Ήμουν κι εγώ μία τρύπια σκιά, πυροβολημένη από τα σκάγια του αθόρυβου σκοπευτή Εαυτού μου, που με κυνηγούσε στους εφιάλτες μου.

Πέρασα χρόνια σ' αυτή τη φυλακή, αυτού του στίχου.. Ήρθε ένα πρωί ο Δεσμοφύλακας και μου ανήγγειλε πως άλλαξε ο Νόμος και δικαιούμαι επανεξέταση. Το αίτημα προωθήθηκε αυτόκλητα και δικαιώθηκε. Αύριο το πρωί θα μουν ελεύθερη. Έξω από τον στίχο..

Πρωί?
Ποιο πρωί?...
Ποιανού χρόΝου?...

Μ' έπιασε μία Άρνηση. "Δε θέλω! Δεν θέλω να βγω! Καλά είμαι εδώ. Ξέρω να επιβιώνω μέσα στη Φαντασία. Μην με πετάτε στη Ζωή. Εκεί όλοι μου οι ήρωες πεθαίνουν. Εδώ θέλω να μείνω... Εδώ.... Εδώ.... Εδώ...."
Μέσα στα κλάματα αποκοιμήθηκα...

Ήρθε το Πρωί.
Ξύπνησα στο Δρόμο. Φτωχή. Πάμφτωχη. Με διαγραμμένο όλο τον προηγούμενο βίο των Ποιημάτων. Δακρυσμένη ακόμα. Διχασμένη, σαν η Ψυχή  να κινά για τις Αλήθειες και το Σώμα να αποζητά την ανάπηρη ακινησία του κελιού του...

Τρομαγμένη άρχισα να σκάβω το λίγο χώμα ανάμεσα στο τσιμέντο. Δέκα εκατοστά. Συνέχισα. Μισό μέτρο. Καλά είναι. Φύτεψα τα πόδια μου. Να βγάλω ρίζες. Να απλώσω κλαδιά. Να γίνω δέντρο, μπας και στο τετράδιο μιας Άνοιξης γίνω στίχος μιας Δικαίωσης.. Η Ζωή γελούσε. Ξεκαρδιζόταν. Με είχε στο κέντρο της Σκηνής και παρακολουθούσε τις αξιοθρήνητες επινοήσεις μου... Την πήρα χαμπάρι όταν με όλο το Ανάστημά της σηκώθηκε από τον εξώστη.

Εκεί ξεκίνησε ο μονόλογός μου:
Τόσα χρόνια κι ακόμα να μεγαλώσω. Ξέρω. Χρειάζομαι Φύλακα. Όχι σωματοφύλακα. Η Ψυχή μου κινδυνεύει. Συντηρώ μία αυτοκαταστροφή μέσα μου, που με τρώει. Χρειάζομαι έναν Φύλακα να με προστατεύσει από μένα, από τον Νου που σκηνοθετεί, από το χέρι μου που γράφει, από τους κομπάρσους Εαυτούς μου που με ζηλεύουν. Ειδικά τώρα που η Απόφαση ορίζει να ζήσω έξω από τα Ποιήματα, μέσα στη Ζωή...

Άκουσα την πόρτα πίσω μου ν' ανοίγει. Μπήκε στη Σκηνή της Ζωή μου ο Συνεργός... Εκείνος που έχει την Δύναμη να αλλάξει την κατεύθυνση της Χορογραφίας μου και να με συνοδεύσει έξω,  στη Ζωή...

____________________________________________
Αποκλειστικά Αφιερωμένο στον Δούκα...
Δ, όπως Δύναμη που αλλάζει την κατεύθυνση της Συμπαντικής μου Χορογραφίας....


{Ο Πεχλιβάνης φύσηξε... και ξαγρυπνώ πλέον στη Ζωή...}





Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Βασανιστική ερώτηση...






Πώς γίνεται
ο απαλός χορός 
του καλοκαιρινού ανέμου
να εγκλωβίζει
με σαδιστικό ελιγμό
σε βασανιστική ακινησία
τα φύλλα
στερώντας τους το δικαίωμα
να ολοκληρώσουν τον κύκλο
της... πτώσης τους?...




Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Περί Ορέξεως...



Ο ταβερνιάρης στρώνει τραπεζομάντηλα μιας χρήσης
όπως είναι κι οι ζωές μας
πνίγει στη σάλτσα τις κραυγές των σφαγιασμένων ζώων
κι ετοιμάζει τα συνοδευτικά και τις σαλάτες
τρώγοντας τον σερβιτόρο του, 
που δουλεύει ανασφάλιστος.

Οι άποροι παρελαύνουν με σκυμμένα κεφάλια
στα δωρεάν γεύματα αγάπης της εκκλησίας.
Οι παπάδες πιστοί στις νηστείες 
ράβουν ράσα XXL αποθηκεύοντας τροφή εις το σαρκίο τους
μην τυχόν κι έρθει στα πράγματα η Αριστερά
και φέρει νέα κατοχή για τους Δεξιόφρονες.

Η γειτονιά ανενόχλητη από την παγκόσμια πείνα
μοσχομυρίζει  φρεσκομαγειρεμένο φαγητό
της καλής νοικοκυράς με το πεκινουά,
καθώς η μετανάστρια ψάχνει στον κάδο απορριμάτων
και ένα αδέσποτο σκυλί πεθαίνει από δίψα
προσβάλλοντας με δυσωδία το παρκάκι των ερωτευμένων
που χορταίνουν με ... αγάπη.

Η μαμά με το πιάτο στο χέρι 
απειλεί την μικρή της κόρη να καταπιεί το αυγό
για να κερδίσει σοκοφρέτα.
Η μικρή κάνει πως τρώει το παραμύθι 
και εντέχνως εμπαίζει τη μαμά,
την ώρα που στο ρετιρέ της οικοδομής
η δεκαοχτάχρονη μούσα του διάσημου φωτογράφου
με ερωτισμό ξερνάει το λιτό μεσημεριανό της
τρώγοντας τα νύχια της χαμένης αυτοκυριαρχίας της.

Οι νάρκισσοι των γυμναστηρίων 
μπουκώνουν με συμπληρώματα διατροφής
το συνεργάσιμο σώμα/στόμα τους
και σερβίρονται οι ίδιοι προς φάγωμα
στις πασαρέλες της νύχτας
παλεύοντας να χορτάσουν την ακόρεστη αυταρέσκειά τους.

Οι διαδηλωτές τρώνε ξύλο 
και οι εργαζόμενοι τρώγονται από τους μεγαλοκαρχαρίες
με την Κυβέρνηση να πληρώνει πάντα τον λογαριασμό
στα λουκούλλεια γεύματα των φραγκάτων χορηγών του Κράτους.

Η οικοδέσποινα
μαγειρεύει ασυνάρτητους γευστικούς σαρκασμούς
για να χορτάσει το "φάτε μάτια ψάρια"
των αναγνωστών
και ως γνωστόν
με όσα έχει δει,
από πεποίθηση 
δεν τρώει και δεν ... τρώγεται!...
;-)









Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Υποβρύχιος Τρελός...




Απευθύνθηκα στην ΑΕΝ.
Ζήτησα πλοίαρχο.
Το μπαλκόνι μου ακυβέρνητο
κάνει μανούβρες
πάνω από τα κεφάλια των περαστικών
και προκαλεί ναυτία στις ορτανσίες.
Απέρριψαν το αίτημα
με διαδικαστική σοβαροφάνεια.
Έβαλα αγγελία.
Πριν δημοσιευτεί
εμφανίστηκε στην πόρτα μου
ένας υποβρύχιος Τρελός
με σκαλισμένες άγκυρες, γοργόνες
και τυφώνες στο κορμί του.
Βγήκε στο μπαλκόνι.
Ξήλωσε απ' το στήθος του ένα κατάρτι
το στερέωσε στα κάγκελα.
Έκοψε τετραγωνισμένα ένα κομμάτι Σκέψης μου,
που μόνιμα ανεμίζει,
το 'δεσε πανί.
Σαν αγριεύει μέσα μου ο καιρός
ρίχνει την άγκυρα απ' το μπράτσο του
στ' απέναντι πεζοδρόμιο
και πιάνουμε νησί απ' το πουθενά.
Απ' τη στιγμή που εμφανίστηκε
κοιμάμαι μ' ασφάλεια
στη σχεδία του μυαλού μου
κι ας μπάζει από παντού νερά.
Πλέον έχουμε όσα χρειάζονται
για να σωθούμε,
ο Ένας τον Άλλο...





Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Νυχτερινό μπάνιο...



Φοβάμαι εδώ
χωρίς φεγγάρι, ούτε φώτα
καταμεσής της πλατείας
σηκώνεται άκαμπτο κύμα
μιας θάλασσας από πλακάκια πεζοδρομίου
γεμάτο νεκρά φύκια, όστρακα και ψάρια
όνειρα ναρκωμένων ανθρώπων.
Βαλσαμωμένοι στα βαθιά
επιπλέουμε
σανίδες, φελλοί, κουφάρια
μπάνιο νυχτερινό.

Το κατάρτι γέρνει προς τη μεριά των κρεμασμένων
και μία θάλασσα από αίμα
μάς τραβά στ΄ανοιχτά.
Σε χάνω,
απομακρύνεσαι μαζί με τους νεκρούς.
Με τσιμπάω
με δαγκώνω
υπάρχω ακόμα κι ας μην νιώθω πόνο.
Ο φόβος μουδιάζει το μυαλό
σαν ακριβό αναισθητικό με δράση ως το θάνατο.

Σε παρακαλώ
πριν ανάψουν τα φώτα
πριν βγει το φεγγάρι
και οι ψαράδες βγουν να αλιεύσουν τα κορμιά μας στ' ανοιχτά
συνέθεσε ένα τραγούδι αυριανής ημέρας
και υπόσχομαι να κολυμπήσω ως την όαση του μυαλού μου
για να μείνω ζωντανή
να προλάβω εκείνο το ξύπνημα στις 7
για μπάνιο πρωινό
μαζί με τους επιζήσαντες και τους αγέννητους..











Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Το τέρας μέσα μας: ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.

Το υποψιαζόμουν αυτό το γλυκό κορίτσι,
ένοχο,
για όλα τα εγκλήματα που δεν διέπραξε ποτέ
ή μάλλον ακόμα.
Διέκρινα μέσα στην τρυφερή της παλάμη
έναν διαστροφικά ακονισμένο Νου
σπουδαγμένο στα αμφιθέατρα Πολυτεχνικών Σχολών
έτοιμο να αναλάβει δράση
με την πρώτη Διαταγή εκ των Άνωθεν.
Η χρήση πειραματόζωων προς "όφελος του κόσμου"
ποτέ δεν απαγορεύτηκε.
Η χρήση πυρηνικών προς όφελος των ισχυρών, το ίδιο.
Η χρήση βασανιστηρίων για να ομολογήσουν οι Μεν στους Δε
τα μυστικά του Τίποτε, επίσης.
Ποιος θα είναι ο επόμενος Βασανιστής αυτής της Φατρίας?
Μα φυσικά... αυτό το γλυκό κορίτσι, που ποτέ δεν υποψιάστηκε κανείς...
K


--------------------

ΚΛΕΒΩ αφορμές και αιτίες από τον Φίλο μου


  
Το τέρας μέσα μας: ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.

Το 1961, ο Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.  Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του. Μελετήστε την… Ίσως, έτσι, να σκεφτείτε  το πόσο εύκολα  οι «άνθρωποι» μαθαίνουν να δέχονται και να εκτελούν παράλογες κι ακραίες εντολές, αρκεί να ξέρουν ότι «προστατεύονται» από την εκάστοτε εξουσία.  




Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. 
Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.




Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009 - Πηγή: sanejoker.blogspot.gr ]








Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Ο Γεράκος Νο5




Ο Γεράκος άδειασε το συρτάρι του μυαλού του στο τραπέζι. Όλα ήταν εδώ. Ούτε οικογενειακό άλμπουμ, ούτε ενθύμια. Όλα, στοιχεία προς μελέτη, για το Μεγάλο Πόρισμα: ο θρησκευόμενος Κόσμος αυτοκτονεί με τακτ πίσω από το παραβάν της σοβαροφάνειας. Οι γιατροί επιχειρούν ευθανασία στις όμορφες Γυναίκες για να μην περάσουν τα 33 χρόνια του Χριστού. Να μείνουν όλες αθάνατες, όπως η Μέριλιν. Ο Γεράκος συνθέτει το παζλ. Παλεύει να προλάβει πριν την τελική κατάρρευση, να συναρμολογήσει τις εικόνες κάθε Εποχής που αποτύπωσε. Ψάχνει μέσα στο χρόνο τη Γυναίκα που δεν βρήκε ποτέ.

Δεν είναι ο καημός της Συντρόφου που τον τρώει. Είναι ο καημός του Προγόνου που έχει την επίγνωση πως ο Σωτήρας δεν εξαρτάται από τον θεό πατέρα του, μα από την Μάνα που θα τον γεννήσει. Ήθελε έναν γιο. Ήθελε μία κόρη. Θέλει ακόμα. Και είναι βραδιές που ακούει το κλάμα τους από ένα μακρινό κι απόκοσμο σύμπαν να του απευθύνεται "Πιάσε το χέρι μου κι έλα να με πάρεις από την ανυπαρξία! Πονάω εδώ. Κι Εσύ πονάς εκεί. Επιτάχυνε τις διαδικασίες. Με κυνηγά αντίστροφα ο χρόνος. Κι Εσένα." Κι έμενε το παιδικό χεράκι τεντωμένο στο Άπειρο...

"Μία φορά περνάνε από δίπλα μας οι σπάνιοι άνθρωποι" σκέφτηκε ο Γεράκος. Δεν φοβόταν το χρόνο. Είχε δαμάσει τα όνειρα και τις προσδοκίες. Ήξερε εδώ και χρόνια τί ήθελε και τί έψαχνε ν' ανακαλύψει. Αφιερώθηκε.

Όλο το βράδυ συνέθετε κομμάτια και στοιχεία. Προς το ξημέρωμα συνειδητοποίησε πως, κι αν  πέρασαν τόσα χρόνια περιΣυλλογής, ακόμα του λείπει το Ένα κομμάτι. Απορεί! Πώς γίνεται να γύρισε όλο τον κόσμο, να πραγματοποίησε ανασκαφές στο μυαλό των ανθρώπων, να περιπλανήθηκε σε ανεξερεύνητα τοπία και ακόμη να του λείπει το Ένα κομμάτι;

Θυμήθηκε. Τον πήραν τα  κλάματα. Κάποτε μία Γυναίκα είχε κοιτάξει μέσα του. Εκείνος την φωτογράφιζε, όπως έκανε πάντα, με όλα. Με τα μάτια. Από κάθε γωνία του προσώπου της, από κάθε πτυχή του μυαλού της. Εκείνη του μιλούσε για ανύπαρκτα μέρη και για έναν γιο που κάθεται στην άκρη του Κενού περιμένοντας να γεννηθεί. Ο Γεράκος, νέος τότε, απολάμβανε τα παραμύθια της. Είχε  μία υπόνοια πως Εκείνη περιέγραφε πραγματικότητες άλλου κόσμου, μα παραήταν σουρεαλιστικό ως ενδεχόμενο Ζωής! Θυμήθηκε... θυμήθηκε κι άλλα... Όσα δεν πρόλαβε να ζήσει μαζί της... Έκλαιγε με φωνή.. και ο αντίλαλος στους τοίχους της Μοναξιάς επέστρεφε σαν το κλάμα του αγέννητου γιού του.

Ο γιος του είναι Εκείνο το αγόρι που σε μία εποχή όπου όλοι τρέχουν να πιαστούν, εκείνος ξέρει να ξεφεύγει!...
Σηκώθηκε και πήγε στα νεκροταφεία των αναμνήσεων, του παρελθόντος και του μέλλοντος. Τυφλός πια. Κρατούσε ένα τριαντάφυλλο και ένα σημείωμα "Έχω μία ανάγκη..." ξεκινούσε το σημείωμα..... "Μάλλον γιατί μου έλειψες".... τελείωνε ο λυγμός...
Ενδιάμεσα μία αμετάφραση διάλεκτος ανείπωτων κραυγών που μόνο Εκείνη μπορούσε να μεταφράσει... Δεν γονάτισε μπροστά στον τάφο. Δεν πίστευε σε ιερά μέρη, εξάλλου. Γονάτισε μπροστά στον Εαυτό του, που έστω και την ύστατη στιγμή, ήξερε πού βρίσκεται το τελευταίο, Ένα κομμάτι του puzzle που έψαχνε μια ολόκληρη Ζωή...
Επιστρέφοντας στην καλύβα του, ένιωθε πως Εκείνη ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε.. κι άκουγε το απόμακρο παιδικό κλάμα να γίνεται γέλιο...
γέλιο...
γέλιο...