Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Με κλωστή και βελόνα, κυρίως με βελόνα



Έραβα φορέματα χθες. Δεν έγραψα τίποτε. Τ' ορκίζομαι. Έραβα ατελείωτα εικοσιτετράωρα μέσα στη νύχτα. Κι όλα ρουχαλάκια μικρά. Πολύ μικρά. Να χωράνε μόνο τα δάχτυλα.  Και η παλάμη. Να ντύσω τις κούκλες μου. Να κρυώνω εγώ.
Κρυώνω.
Ράβω διαφάνειες. Ντύνω τη φωνή μου. Να μην τρέμει. Σταθερά ν' ακούγεται όταν σκέφτομαι. Μα δε σκέφτομαι. Δεν υπάρχει τίποτε πια για τροφή. Άδεια συρτάρια, ράφια, ψυγείο, εσώψυχο, εαυτός. Μόνο η κλωστή δεν τελειώνει. Πρέπει να τη βάψω κόκκινη. Φοβάμαι το τόσο διάφανο χρώμα της αδιαφορίας. Με φοβάμαι κι εμένα. Περνά δίπλα μου γυμνός ο θάνατος και ο νεκρός και δε σκιάζομαι. Περνώ κι εγώ θανατερή και νεκρή δίπλα από τους ανθρώπους και δε σκιάζονται. Κάνω γκριμάτσες. Άγριου κλόουν, ετοιμοθάνατης, τρελής, ευτυχισμένης. Τίποτε. Μοιάζει όλοι να παίζουν στην ίδια διαφήμιση ενός προϊόντος προσήλωσης στο τίποτα. Πρέπει να βάψω την κλωστή κόκκινη. Πρέπει να μυρίσει κίνδυνο κι απόκρουση ο θάνατος που πλησιάζει, για να φύγουμε από εδώ. Ο αέρας φέρνει ασφυξία και βροχή. Το παράθυρο κοιτάζει προς το αδιέξοδο και εγώ ασάλευτη ράβω όλα τα υφάσματα. Ντύνω τις λεπτομέρειες και μένει η ολότητα έρμαιο στην καταιγίδα. Τρέμει ο κόρφος μου. Σύεται και το σπίτι. Τα αντικείμενα ριγούν. Οι άνθρωποι σ' ακαμψία. Ράβω μεγαλύτερα μεγέθη. Ντύνω τη βρύση, το φωτιστικό, το γραφείο, τις κορνίζες, τα καλώδια. Το κρεβάτι, που ακόμη κοιμούνται πάνω του τα όνειρα. Τα βιβλία. Προπάντων τα βιβλία. Μην ξεπαγιάσει η ψυχή των ποιημάτων. Δε θα μείνει τίποτε πια στον κόσμο.
Κρυώνω.
Με ζεσταίνει μόνο η δουλειά. Δε σταματώ. Ντύνω τα πάντα με λέξεις. Έχει τελειώσει η κλωστή. Τελειώνει και το ρεύμα. Περισσεύει ο φόβος. Σκοτεινιάζουν όλα. Πνίγεται το φως κι όμως δεν ακούγεται ούτε μία απεγνωσμένη κραυγή. Δεν ταράζεται ο νους του ανθρώπου. Τα παιδιά έμαθαν να περιμένουν τον κακό τον λύκο και να που ήρθε, ντυμένος άνθρωπος. Μας ανακάλυψε σαν Μινώταυρος που ακολούθησε μια κόκκινη κλωστή φλέβα ξηλωμένη από το κορμί της Ιστορίας. Καταβροχθίζει τη σάρκα κι αφήνει το νου να τουρτουρίζει στο κρύο της απώλειας.
Κρυώνω.
Ένα αντικείμενο πλέον κι εγώ. Εγώ, η μηχανή που ράβει. Ψέματα.
Δεν έραψα τίποτα χθες. Έγραφα ατελείωτα εικοσιτετράωρα μέσα στη νύχτα με τη βελόνα της μηχανής πάνω στο δέρμα μου.