Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ΑλλαΓή Πορείας...


Η φωτογραφία την δανείστηκε το κείμενο από εδώ: 
http://www.dailymail.co.uk/sciencetech/article-2195275/Google-Street-View-The-random-anonymous-slices-life-captured.html


Στα μεγάλα ταξίδια γαντζώνεται ο Εαυτός από τη λευκή διαχωριστική γραμμή. Τόσο κουρασμένο το κορμί, ακολουθεί τα άλογα του οχήματος, σαν δεμένο κουφάρι που σέρνεται σε αποτρόπαιο πανηγύρι καταναγκασμών. Μεγάλα ταξίδια! Ύβρις να συγκρίνονται τ' ανόμοια. Γήινες πεπερασμένες διαδρομές, σε τεχνητούς δρόμους, με τεχνητά μέσα, προς τεχνητό προορισμό.  Ίσα ίσα μία φτηνή αφορμή για να γράφονται ποιήματα.
Φωτιά.
Σέρνω την φτέρνα στο οδόστρωμα. Πριν ματώσει ως το κόκκαλο δημιουργεί σπινθήρα πόΝου. Φωτιά. Ένας τρόπος για να μάθεις την αξία της Ύλης είναι να την πυρπολήσεις, να δεις πόσο καλό προσάναμμα είναι για το κρύο της ματαιόδοξης Ζωής. 

Οι ταχύτητες  καλπάζουν. Ασυναίσθητα κρατώ το χαλινάρι, όχι να για κατευθύνω το όχημα, μα για να μην εκσφενδονιστώ έξω από τον  Ιππόδρομο των προκλήσεων. Κάλπικες προΚλήσεις, φτιαγμένες. Σπασμένη έννοια. Κλήσεις αναπάντητες με ηχογραφημένη πρώτη φράση σταθερής χροιάς από τη φωνή μιας υπαλλήλου διαφημιστικής εταιρίας που πουλά καλές ευκαιρίες Ζωής. Δεν προλαβαίνω καν να αφήσω το χαλινάρι για να απαντήσω στο ακουστικό. 

Στα μεγάλα ταξίδια η λευκή διαχωριστική γραμμή ερπετοποιείται. Θρέφεται με το αίμα που χύνεται στα σημεία ατυχήματος. Φουσκώνει την κοιλιά και ωσάν εγκυμονούσα βάζει τρικλοποδιές στα λεωφορεία που κουβαλάνε ισοβίτες. Μόνο εκείνο το απροσάρμοστο αγόρι σκαρώνει γέννες. Καισαρικές. Καβαλάει το ποδήλατο, δένει στις πίσω ρόδες χαρτόνι για να κάνει σαματά και έναν σουγιά. Κάνει πηδάλι με όλη του τη δύναμη και πλησιάζει την λευκή διαχωριστική γραμμή τόσο, ώστε να μπήξει στο δέρμα της την αιχμηρή του Ελευθερία. Σκίζει την κοιλιά της... γεμίζει ο κόσμος τεμαχισμένες φωνές νεκρών ανθρώπων που έπεσαν στην ώρα του καθήκοντος..

Περνώ από το σημείο του συμβάντος. Εκκωφαντική η ταχύτητα της Ζωής μου. Τα άλογα μυρίζονται κίνδυνο, μα ο σακατεμένος νους μηδενίζει τις εξωτερικές δυνάμεις και ο νόμος της αδράνειας υπερνικά κάθε προσπάθεια για απότομο φρενάρισμα. Προσπερνώ, όπως προσπερνάς κάθε φορά που μία μάνα χαστουκίζει το μικρό της, όπως προσπερνάς κάθε που ένας αστυνομικός χτυπά έναν διαδηλωτή, όπως προσπερνάς κάθε φορά που ένα δικό σου παιδί πετά πέτρες σε ένα σκύλο... Προσπερνώ, μα η εικόνα καταγράφεται. 

Σε κάποιες κρίσεις ανθρωπιάς μου, κάτι βράδια συννεφιασμένου ουρανού, επιβραδύνω. Το μισό βράδυ πατώ φρένο για να προλάβω λίγο πριν το χάραμα να ακινητοποιήσω την Ορμή της Ζωής μου δεξιά του δρόμου. Φοβάμαι, βέβαια, μην στα Δεξιά πετύχω Εισπράκτορες που βιάζουν Κορίτσια, Ζωές, Δυνάμεις κι Αδυναμίες. Στ' Αριστερά του δρόμου η πρόσβαση είναι δύσκολη, μιας και ο δρόμος είναι διπλής κι αδιάλειπτης κυκλοφορίας. Παρκάρω στο κενό, δεξιά, και με ένα βλέμμα παραδομένο στην διάσπαση προσοχής που μου δίδαξαν επιτυχώς όλα τα επιταχυνόμενα αντικείμενα του ταξιδιού που πετάγονται από κάθε κατεύθυνση αιφνιδιασμού. Νιώθω τις Σκέψεις μου να παραπατούν εκτροχιασμένες, χωρίς να επιβραδύνουν στιγμή. Η μαστούρα έχει πολλές συνταγές και οι Ιθύνοντες μας πουλούν την καλύτερη πάντα σε ποιότητα. 

Παρατηρώ άρτιους ανθρώπους με τεμαχισμένες σκέψεις να αιμορραγούν ένα διάφανο τίποτα πάνω στην μαύρη άσφαλτο. Κανείς δε δικαίωσε το  καβαφικό του ταξίδι. Όλοι οι δρόμοι κουλουριάζονται στο τέλος σε έναν κόμπο σπαραχτικής αγκαλιάς ορφανού εμβρύου που στερείται μήτρας, ζεστασιάς και αγάπης.
Δε θέλω να πεθάνω λαχανιασμένη, ούτε ορφανή. Ο θάνατος λένε είναι συνυφασμένος με τον τρόπο που έζησες. 
Πλησιάζω στον κισσέ του Ταξιδιωτικού Γραφείου.
-Θέλω να ακυρώσω το εισιτήριό μου και να κόψω νέο για άλλο προορισμό.
-Αδύνατο! Έχετε ήδη χρησιμοποιήσει το εισιτήριο και είστε στα μισά της διαδρομής. 
-Θέλω να ακυρώσω το παρόν ταξίδι και να αλλάξω προορισμό και μέσο μετακίνησης.
-Αδύνατο! Είστε ήδη στην ουρά της κυκλοφοριακής αλυσίδας και ήδη με τη στάση σας δημιουργείτε σοβαρό πρόβλημα μποτιλιαρίσματος στους ταξιδιώτες που έπονται.

Ο Πατέρας μου στις υπηρεσίες του κράτους, κάθε φορά που ένας υπάλληλος επέμενε να του απαντά δογματικά χωρίς να κατανοεί το δικαίωμά του να ορίζει τα δρώμενα της Ζωής του, ανέβαινε στο γραφείο, τον έπιανε από το γιακά, πλησίαζε στο πρόσωπό του και του απευθυνόταν με εκείνη την αντρική φωνή της Ψυχής του:
-Κοίτα ανθρωπάκο του τίποτα, Ελεγκτή της εύρυθμης λειτουργίας αυτού του τρελάδικου, χρέωσέ με όσα θες για τον πανικό που προκαλώ, μα εγώ αποφάσισα Ακύρωση της Συνεργασίας και ούτε εσύ, ούτε κανένας μπορεί να με υποχρεώσει  να ακολουθήσω το πρωτόκολλο των απαγορεύσεών σας.

Με τα ίδια λόγια, με την ίδια χροιά Ψυχής, ακύρωσα τα μεγάλα γήινα ταξίδια που μου πούλησαν οι Ταξιδιωτικές Εταιρίες τους.
Δε θα πεθάνω λαχανιασμένη, ούτε ορφανή. 
Πήρα το σώμα μου μαζί μου αυτή τη φορά. Θα του μάθω να περπατά το Καβαφικό μου μονοπάτι κι ας ξεψυχήσει από Ποίηση...




Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Γεράκος...



Ο γεράκος κάθεται στην άκρη της γης. Έχει ακουμπήσει το αγκίστρι του στο πλάι. Δεν ψαρεύει πια. Πάει καιρός που έπαψε να νιώθει πείνα. Τελευταία φορά που λαχτάρησε, ήταν τότε που τα ψάρια ξέφευγαν. Τώρα τρέχουν να πιαστούν.
Πού και πού απλώνει το χέρι και αρπάζει έναν άνθρωπο από το βούρκο του κόσμου. Τον παρατηρεί να σπαρταρά, να μην μπορεί να αναπνεύσει έξω από το έλος, να επιμένει να επιστρέψει, τον λυπάται και τον πετά ξανά στα βρωμόνερα του παρόντος.
Ο γεράκος παίζει συχνά αυτό το παιχνίδι, γιατί έχει μία αγωνία ακόμη. Αν υπάρχει κάπου ένα παιδί που να γνωρίζει πώς να ξεφεύγει.



Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Η άγρια απόχρωση του ΚόκκιΝου...



Ερασιτέχνης ο Τρελός
διαστέλλεται και συστέλλεται
χοροπηδά ανάμεσα στις τεντωμένες πολυκατοικίες
όπου οι κυρίες άπλωσαν τα κουστούμια και τα εσώρουχα
των ιδρωμένων συζύγων τους.
Οι μπουγάδες μυρίζουν κακοποίηση.
Οι πολιτικοί καταθέτουν μήνυση
στην εταιρία του επώνυμου μαλακτικού
γιατί δεν έπιασε το κόλπο με την πληρωμένη Άνοιξη.
Οι μάνες απαρηγόρητες...
Δεν πέτυχε η συνταγή.
Τί θα ταΐσουμε τον κόσμο?
Οι Γιοι με σφεντόνες στα χέρια
στοχεύουν τον Τρελό που σκάει στα γέλια
για την κατάντια του κόσμου
και ταπεινώνει κι άλλο την γυναίκα
που δεν κατάφερε να βγάλει
από το παντελόνι, το πουκάμισο, το εσώρουχο του συζύγου της
τη δυσοσμία του Νέου Κόσμου.
Ο ερασιτέχνης Τρελός
διαστέλλεται και συστέλλεται
χοροπηδά ανάμεσα στα σκάγια
και με τις ματωμένες πατούσες του
λερώνει τα πεζοδρόμια
που μόλις χθες εγκαινίασε ο Δήμαρχος..
Απ' όπου περνά φυτρώνουν παπαρούνες
με μία Άγρια απόχρωση του ΚόκκιΝου
που τρυπώντας τα ρουθούνια των κυριών
ξεπερνά την ανοχή του Νόμου
περί προσβολής της Δημοσίας Αιδούς τους...


Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Παντομίμα...



Την παρακολουθούσαν μόνιμα από τις ρωγμές. Ένιωθε τα ζευγάρια μάτια σαν συγχρονισμένα δάχτυλα, δείχτης αντίχειρας, να της λαβώνουν  -αν ο Νους είχε στόμα- τη γλώσσα, για να καταγράψουν τα πάντα, όταν με αλήθεια ομολογούσε τα παραμύθια της. Υπήρχε κι ένας μονόφθαλμος. Εκείνος, με το βλέμμα σαν νύχι, της χάραζε τατουάζ στο γυμνό μπράτσο... πεινασμένους αετούς, λυσσασμένα σκυλιά, αποτρελαμένους ανθρώπους. Ήθελε να της δημιουργήσει φοβίες. Εκείνη όμως είχε μάθει το μυστικό της ηρεμίας. Έπαιζε μουσική με έγχορδο τον καρπό της.

Ήξερε και να κεντά. Με κλωστές έντυνε τους δαίμονες, να μην γυρίζουν γυμνοί μέσα στο κεφάλι της, και τους μάθαινε ταγκό και τον χορό των αγγιγμάτων.
Τα μάτια την παρακολουθούσαν, μερόνυχτα, καθώς μόνη της χόρευε με τους αόρατους. Την είχαν για τρελή. Το κελί ήταν στενό για τα μέτρα της, μα οι τρελοί ποτέ δεν υπάρχουν εκεί που είναι το σώμα τους. Στενό κελί το σώμα. Κρίμα να μην είσαι τρελός.

 Είχε συνηθίσει πως δεν ήταν μόνη πια και πέρασε ο καιρός που ντρεπόταν να ξεντυθεί. Όταν αποδεχθείς το Ρόλο, τότε απολαμβάνεις το Μεγάλο Σενάριο.

Τοποθέτησε στο τραπέζι το ραδιοφωνάκι και πάτησε το REC. Όλοι ανασκουμπώθηκαν, σαν να άρχιζε το έργο. Βουβός κινηματογράφος και οι παρατηρητές έπρεπε να μαντέψουν το ρόλο που υποδύεται, τους διαλόγους με τους αόρατους κομπάρσους, την εποχή  και την πρόθεση της τρελής...

-Είναι φορές που τοποθετείς ένα πειραματόζωο στο κέντρο και μελετάς τη συμπεριφορά του. Πώς νιώθεις λοιπόν;
-Σε έχω τοποθετήσει στο κέντρο και σε μελετάω.
-Δε με θυματοποιείς πια. Εγώ πάτησα το REC. Εγώ γράφω ...και καταγράφω.
-Εγώ σε παρατηρώ όμως. Δε νιώθω. Το ξέρεις. Επιστημονική καταγραφή κάνω και τηρώ τον όρκο μου. Δεν νιώθω.
-Δεν υπάρχει σύνορο που δεν ξεπερνιέται υπό συνθήκες αιφνιδιασμού.
-Τί είναι αυτό;
-Λύνεται σε 9 κομμάτια. Κοίτα.

Υποκρίνεται πως κρατάει ένα Glock 19 στα χέρια της και το λύνει σε χρόνο εκπαιδευμένου αστυνομικού ή αδέξιας τρελής. Έπειτα το δένει σε χρόνο λιγότερο απ' όσο χρειάζεται η σφαίρα να καρφωθεί στο μυαλό σου. Το γεμίζει και απαντά:
-Αυτά που δε φαίνονται να τα φοβάσαι. 
-Μόνο η σφαίρα σκοτώνει. Υποκρίνεσαι.
-Οπλίζει με συναίσθημα. Μην επιμένεις. Σκοτώνει.

Ξηλώνει το μανίκι της και φτερουγίζει στο μπράτσο της ο πεινασμένος αετός παλεύοντας να ξεφύγει από τα δόντια του λυσσασμένου σκύλου.
-Βλέπεις; Ο ένας πεινά, ο άλλος λυσσάει. Ποιος είναι ο πιο επικίνδυνος;
-Δε χορεύουν τα τατουάζ! Ψευδαίσθηση είναι.
-Πείνα και Λύσσα. Δεν έχουν σάρκα, μα σε τρώνε. Τα στομάχια των τρελών χορταίνουν με πλημμύρες. Τα μυαλά τους με τίποτε. Ψευδαίσθηση είναι?

Στρέφει την κάννη του αόρατου Glock 19 στο μάτι του μονόφθαλμου. Από ένστικτο πετυχαίνει ακριβώς τη ρωγμή απ' όπου την κοιτά. Τον καρφώνει με το βλέμμα της. Σκιάζεται και κλείνει βίαια το ένα του μάτι.
Εκείνη παίζει α μπε μπα μπλομ με την παιδική φωνή της:
-α μπε μπα μπλομ ... Γιατρός, Αστυνομικός, Πολιτικός, Δικαστής, Λαμόγιο, ο Γείτονας, ένας Δολοφόνος.... ίσως ο Δάσκαλος ή ο Εραστής ή ο Πατέρας ή ο Θεός...α μπε μπα μπλομ του κιθε μπλομ... Πάντα ένα αντρικό μάτι παραμονεύει παρακολουθώντας την Ζωή μας. Ποιος κρύβεται εκεί?... 

Σκίζει το ρούχο της και σε κάθε κομμάτι γράφει ένα νούμερο. Τραβάει τυχαία και μοιράζει χαρτάκια προτεραιότητας στους υποψήφιους δολοφόνους της Ζωής της. Τους ξεγελά. Μέσα από τις διόπτρες των ματιών τους όλοι στοχεύουν σ΄αυτό που βλέπουν. Εκείνη υπάρχει έξω. Έξω από το σώμα της, από το δωμάτιο, από το σενάριο... Στροβιλίζεται αργόσυρτα στο δωμάτιο και  κοιτάζει κατάματα όλους όσους κρύβονται -πιο αόρατοι από τα αόρατα δαιμόνια του μυαλού της.  Χορεύει γύρω από τον άξονά της και τραγουδά:
-Αυτά που δε φαίνονται να τα φοβάσαι
εισχωρούν μέσα σου, καθώς κοιμάσαι...

Ξηλώνει το μανίκι της και ξεπροβάλλει στο αριστερό της μπράτσο ο αποτρελαμένος άνθρωπος. Ο κάθε κατασκοπευτικός Παρατηρητής στο τατουάζ διακρίνει τον εαυτό του. Ο αντίλαλος με την παιδική φωνή επιμένει:
-Αυτά που δε φαίνονται να τα φοβάσαι
εισχωρούν μέσα σου, καθώς κοιμάσαι...

Όταν οι δολοφόνοι σου ξέρουν πως χειρίζεσαι τ' αόρατα καλύτερα απ' όσο εκείνοι τα ορατά, το σκέφτονται πολύ πριν στρέψουν τη διόπτρα τους πάνω σου. Κι όταν από λάθος συμβεί, δεν τολμούν ν' αποκοιμηθούν αν δεν διασφαλίσουν πως αποκοιμήθηκες πρώτη Εσύ...

-α μπε μπα μπλομ....
Φαίνομαι, δε φαίνομαι, απόψε...
Αυτά που δε φαίνονται να τα φοβάσαι
εισχωρούν μέσα σου, καθώς κοιμάσαι...

τικ τακ.... στο Clock 19 είναι ώρα για Παντομίμα...