Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Μονόπρακτο για Δύο...




Ακίνητος να 'σαι
στο κέντρο της σκηνής
υπό την επήρεια
της σκόνης μιας παγκόσμιας κατεδάφισης
κι εγώ να ακονίζω τα μαχαίρια μου
στο περίγραμμα της σκέψης σου
αφήνοντας το σώμα σου αβοήθητο
να επιζεί
στο χείλος μιας ετοιμόρροπης Ζωής
κρατώντας αγκαλιά μου τ' Όνομά σου
κι αυτοκτονώντας από το ανάστημα των Τρελών
με το μυστικό των Αθανάτων
στο στόμα μου...




Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Η πιο γενναία σου πράξη!...


Τα σώματα μοιάζουν ίδια μέσα στην διαφορετικότητά τους και ταξινομούνται με ευκολία στο καμαρίνι των φυσιοΛογικών ανθρώπων.
Το σώμα μου ταξινομείται, μα Εσύ κοίτα με στα μάτια.. Ειδικά όταν τα κλείνω...

Έλα πιο κοντά. Φύτεψε την όσφρυσή σου μέσα στα μαλλιά, σκάψε στο τριχωτό της κεφαλής, θα δεις... η σκέψη μου μυρίζει ωκεανό. Δεν ξαποσταίνω.. δεν ... Αυτός ο ίλιγγος των κυμάτων σαλεύει το βλέμμα μου κι όταν τα μάτια κλείνουν, η οπτική του μυαλού μου βαθαίνει και βυθίζομαι στο ποτήρι με το αναψυκτικό, κόντρα στην άνωση του ανθρακικού, κόντρα στην αυστηρότητα του σερβιτόρου, που κατηγορηματικά απαγορεύει τις υπερχειλίσεις Εαυτού στα τραπέζια που σερβίρει.

Δεν φταίω, όμως... πίστεψέ με, δεν φταίω.. Φορώ το καλό μου φουστάνι. Κρατώ τσαντάκι, όπως όλα τα κορίτσια. Μα είναι αυτή η μυρωδιά που έλκει τα σμήνη. Εκεί που κάθομαι ήρεμη και φυσιοΛογική, δεν το βλέπεις, μα έρχεται ένα σμήνος άγριες μέλισσες και τρυπούν με το κεντρί τους το μυαλό μου. Ρουφούν το γλυκόπικρο νέκταρ που προσπαθώ να εμφιαλώσω μέσα στις πιο κρυφές μου σκέψεις. Ρουφούν ακατάπαυστα και το βουητό τους παρεισδύει στον αντίλαλο του μυαλού μου... Σε κάθε τσίμπημα διαλύομαι, παραμένοντας κοκαλωμένη κυρία μέσα στο κομψό μου φόρεμα, χαμογελώντας αδιάφορα όπως ο τρελός ή ο αυτόχειρας που αυτοσχεδιάζει έκρηξη στο Σύμπαν. Ένας σεισμός μέσα μου ειρωνεύεται την τάξη των πραγμάτων. Ιδρώνω. Αλμύρα και κύμα. Θαλασσοποιούμαι. Στην ύστατη στιγμή διαπιστώνω πόσο μικρό είναι το ποτήρι. Πόσο μικρό είναι το σώμα μου. Το μαγαζί. 

Αφήνω στο τραπέζι κάτι ψιλά για τη λεμονάδα, αφήνω το σώμα μου συγχρονισμένο με το κουκλοθέατρο του κόσμου, τα χέρια μου σταυρωμένα στους αγκώνες, τα πόδια μου σταυροπόδι, το βλέμμα μου διασταυρωμένο με το κενό και εγκαταλείπω τη σκηνή... Σου τείνω νεύμα συμπόρευσης, χωρίς να 'χω περιθώριο διαπραγματεύσεων.

Έρχεσαι. Θε μου, έρχεσαι!... Η πιο γενναία σου πράξη!...
Αφήνεις στο τραπέζι κάτι ψιλά για τον καφέ σου, αφήνεις το σώμα σου συγχρονισμένο με το κουκλοθέατρο του κόσμου, τα χέρια σου σταυρωμένα πάνω στα δικά μου, τα πόδια σου μπλεγμένα στο σταυροπόδι μου, το βλέμμα σου διασταυρωμένο με το κενό μου και εγκαταλείπεις τη σκηνή...

Διασχίζουμε το μονοπάτι αντίρροπα. Ο άνθρωπος από τη θάλασσα σκαρφάλωσε στην στεριά. Εμείς από την ξηρά επιστρέφουμε στο βυθό.. Ξέρεις πως αυτός ο ωκεανός δεν χαρτογραφείται. Ίσως να 'ναι αποκύημα μιας ιδιοτροπίας μου... Ταλαντώνεται ανάμεσα στο Υπερχειλίζω και στο Αποξηραίνομαι. Ξέρεις πως μπορεί να αφήσαμε πίσω το σμήνος με τις μέλισσες, μα θα ζωγραφίζω κι άλλες αχόρταγες αγέλες για να μας καταβροχθίσουν στο επόμενο σκηνικό της Ζωής... Ξέρεις πως το μόνο σίγουρο είναι το Μαζί. Όλα τα υπόλοιπα ρευστοποιούνται πάνω στον καμβά της μεταμορφωτικής μου μανίας...

Ξέρεις λίγα.... μα αρκετά για να πάρεις την απόφαση: Έρχεσαι...

"...Τα σώματα μοιάζουν ίδια μέσα στην διαφορετικότητά τους και ταξινομούνται με ευκολία στο καμαρίνι των φυσιοΛογικών ανθρώπων. 

Το σώμα μου ταξινομείται, μα Εσύ κοίτα με στα μάτια.. Ειδικά όταν τα κλείνω..."







ΠροΝοώντας...








Όταν το Ένστικτο ξεκινά να εξερευνήσει -πόσο μάλλον να κατακτήσει- έναν Παράδεισο, πρώτα πρέπει ν' αρχίσει από την πίσω αυλή και τα υπόγειά του, όπου ο Παράδεισος κρύβει τις Κολάσεις του...


Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Γεράκος Νο4



Η ατζέντα της έγραφε τον τίτλο του άρθρου: "Συνέντευξη από ένα Παράλληλο Σύμπαν".
Με ένα δημοσιογραφικό ραδιοφωνάκι στο χέρι, πλησίασε την καλύβα του. Εκείνος δεν έδωσε σημασία. Ήταν εμφανές πως το κορίτσι δεν ανήκε στο περιβάλλον του. Κουβαλούν μιάσματα οι ξένοι, μα ο Γεράκος είχε θεραπείες για όλες τις ασθένειες, προσωρινές και χρόνιες, ακόμη και για τον Έρωτα.

Θεώρησε φρόνιμο να μην τον ενοχλήσει περισσότερο, απ' όσο ένιωθε πως ήδη τον ενοχλεί η παρουσία της. Κάθισε όρθια παρακολουθώντας και καταγράφοντας με το νου, κινήσεις και νοοτροπίες. Δεν τόλμησε να μολύνει το χώρο με τις συσκευές σύγχρονης τεχνολογίας που είχε στην τσάντα της, ούτε καν με ένα κλασικό μπλοκ και ένα μολύβι. Ενεργοποίησε την οπτικοακουστική της μνήμη κι άρχισε να καταγράφει.

Ο Γεράκος άφησε να περάσει πολλή ώρα. Μόλις την ένιωσε να κρύβει με δυσκολία τον πόνο στην πλάτη από την τόση στατική ορθοστασία, την πλησίασε και πήρε το βάρος από τον ώμο της. Η τσάντα γεμάτη πολιτισμό.
-Δε θα σου χρειαστεί εδώ, της είπε. Θέλεις να μάθεις?
Το κορίτσι έγνεψε κατάφαση.

Μπήκε στην καλύβα, επέστρεψε με ένα τσεκούρι.
-Κόψε ξύλα, να νιώσεις τη δύναμη του δέντρου στο σώμα σου.
Της υπέδειξε τον τρόπο.
Αμαθής, αδέξια, ανειδίκευτη, αδύναμη, έπιασε δουλειά.
Έκοβε ξύλα, κόπηκαν τα πόδια της, κόπηκε η αναπνοή της, αποκόπηκε ο Νους από τα γνώριμά του, πέρασε η Ζωή σε άλλη διάσταση.
Δίψασε, πείνασε, κουράστηκε. Οι ώρες επιμήκυναν τον εαυτό τους. Ο Γεράκος ανέθετε την μία δουλειά μετά την άλλη. Εκείνη αγκομαχώντας απαντούσε σε όλες τις προκλήσεις της υπαίθρου. Συνέντευξη κι αυτή... αναπάντεχης ανατροπής.

Σαν βράδιασε, λες μετά από χρόνια, της απευθύνθηκε:
-Έμαθες?
-Ναι.
-Δεν έμαθες!... Για να μάθεις θέλει χρόνο κι εσύ διαθέτεις μόνο όσο απαιτεί η καταγραφή μιας μονοσέλιδης συνέντευξης...
Πιάνει στα χέρια του ένα φύλλο.
-Το βλέπεις? Πόσο χρόνο θέλεις για να το αγαπήσεις? Τόσο χρόνο όσο και για να το μάθεις. Πόσο χρόνο λοιπόν?
-Μία μέρα? Ένα καλοκαίρι? Πόσο?...
-Μετράς λάθος τον χρόνο. Εδώ στην ύπαιθρο ο Χρόνος μετριέται όπως τα υλικά στις νόστιμες συνταγές της γιαγιάς, που όταν ζητάς δοσολογία σού απαντά "Δεν ξέρω πόσο... εγώ με το μάτι προσθέτω...". Και πάντα η συνταγή γίνεται πιο νόστιμη από πριν. Σοφές οι γιαγιάδες, με κείνη τη σοφία που δε θα γνωρίσει ποτέ ο σύγχρονος άνθρωπος. Για να μάθεις το φύλλο και να το αγαπήσεις πρέπει να πιάσεις στην χούφτα σου τον σπόρο, να σκάψεις το χώμα, να τον φυτέψεις, να τον ποτίσεις, να του μιλάς, να ακούς τις σιωπές του, να χαμογελάς στα πρώτα βλαστάρια, να συντροφεύεις όλο το ανάστημα του δέντρου, χρόνο με το χρόνο... Μία Ζωή που εμπεριέχει τόσες Ζωές. Πόσες Ζωές έχεις ζήσει ως τώρα? αιφνιδίασε  ο Γεράκος την κοπέλα.
-Ζωές?... μία?... ερώτηση στην ερώτηση! Σαν παιδικός ελιγμός...
-Κάθε φορά που συμμετέχεις σε μία ολοκληρωμένη διαδικασία της Φύσης, από την σύλληψη, ως το θάνατό της, την ολοκλήρωση, μετράς και μία Ζωή. Εδώ ο χρόνος δεν μετριέται με ακρίβεια. Μόνο βιώνεται με λεπτομέρεια. Έμαθες τώρα?...

Δεν ήθελε να φύγει, μα ο χρόνος της τελείωσε. Λες και ο Γεράκος ήταν ο γιατρός, εκείνη ασθενής και η συνεδρία είχε φτάσει στο τέλος της.
Δεν ήθελε να φύγει, μα μετρούσε εξαρτήσεις που όλες ψιθύριζαν με εκμαυλιστική χροιά τ' όνομά της:
τόσοι λογαριασμοί απλήρωτοι, τόσα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναπάντητα, το νεκρό κινητό στην τσάντα της που έψαχνε αγωνιωδώς σήμα, τόσες εκκρεμότητες ιντερνετικής επαφής, επαγγελματικής φύσης, προσωπικής διεπαφής, συναντήσεις εικονικής παρουσίας, το δάνειο στην τράπεζα για το κελί που ονομάζει διαμέρισμα, οι δόσεις για το αμάξι που μόνιμα ακινητοποιείται σε μποτιλιαρίσματα, οι αναθέσεις του διευθυντή, οι προσδοκίες της μαμάς της, η αυριανή και η μεθαυριανή της συνέντευξη... Τόσοι πόλεμοι να μαίνονται σε τόσα μέτωπα.. Δέσμια μιας Ζωής, που δεν περιέχει ούτε μία Ζωή από κείνες στις οποίες αναφερόταν ο Γεράκος..

-Έμαθες? την ξαναρώτησε...
-Πρέπει να δαμάσω το χρόνο, πριν με δαμάσουν οι ταχύτητες, αποκρίθηκε...

Ζήτησε να πάρει μαζί της το ιδιόμορφο μέσο με το οποίο καταγράφηκε η συνέντευξη. Ο Γεράκος συναίνεσε.
Πήρε μαζί της το τσεκούρι, τυλιγμένο σε μία αυτοσχέδια ποδιά, τοποθετημένο στην τσάντα της, δίπλα στο laptop, που αποδείχθηκε άχρηστο στο Δάσος του Γεράκου κι επέστρεψε στον πολιτισμό του σύγΧρονου ανθρώπου...





Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ορατότητας Ψευδαίσθηση...



Κι έχεις την ψευδαίσθηση
πως πρέπει πάντα να κυνηγάς το φως
για να είσαι ορατός.

Το φως τυφλώνει τους ανθρώπους,
στο πλήθος ζαλίζεται η διαύγεια αναγνώρισης
και το βλέμμα διακρίνει ένα πολύχρωμο σκοτάδι ανωνυμίας.

Για να γίνεις ορατός
πρέπει να βρεις κρυψώνα, Φίλε μου...





Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Η Λίμνη


Ένας στρατός από πραγματικότητες ορμά στην ακίνητη λίμνη. Αυτοτραυματίζεται πάνω στο αιχμηρό του είδωλο και επιστρέφει νεκρός στο Παρόν, χωρίς να διαταράξει ούτε μία φυσαλίδα από τις ήρεμες αναπνοές της.
Μετά το μακελειό, Εκείνη ανέγγιχτη εξατμίζει βροχές στον ουρανό και ταΐζει τ' αστέρια με μία ήρεμη ψιχάλα αυτοκυριαρχίας, απομακρύνοντας  τη σκόνη της γήινης παραφροσύνης, που επιμένει να επιτίθεται στ' Απόμακρα...



ΜετάΒαση...




Παραδόξως
όσο είμαστε στο σκοτάδι
εκπαιδεύουμε επιτυχώς το βλέμμα
να βλέπει το Φως...
κι όταν βγαίνουμε στο Φως
κλείνουμε τα μάτια
και βυθιζόμαστε στο ....σκοτάδι....




Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

~Συρρίκνωση~



Δεν χωράω πλέον μέσα στις σελίδες
τα πόδια μου κρέμονται από τους υπότιτλους της Ζωής
η καρδιά μου στριμώχνεται σ' αυτό μου το σώμα
το μπαλκονάκι δε χωρά την ιδρωμένη μπουγάδα
που θέλει ν' απλώσει ο Νους...

Όλα τα κελιά στενεύουν
και τα ρούχα
και οι ζωές...
Στενεύουν οι γειτονιές
κι ο κόσμος ορατός
μόνο στο μικροσκόπιο ανύπαρκτων θεών
προσποιείται το πειραματόζωο
σε πειράματα που απέτυχαν...

Μας εξαφανίζει το σενάριο
και ήθελα τόσο να τεντώσω το ανάστημά μου
πάνω από τις φυλακές...

Το μόνο που με σώζει
είναι η ευρυχωρία των δύο δωματίων
καθώς γκρεμίζουμε την μεσοτοιχία
ενώνονται τα κελιά μας
και η μόνη συρρίκνωση που μας μένει
είναι μία σφιχτή αγκαλιά
που υψώνει πάνω από τις Φυλακές
όλες τις Ελευθερίες του Ανθρώπου...


Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Η πλάνη του Ξεχνιέμαι...



Να κλείσω το ραδιόφωνο!
Καθώς τρέχουν έξω τα τοπία
σε υποκαθιστά επαρκώς,
μου πιάνει κουβέντα,
με συνοδεύει στο κενό.
Οδηγώ τυφλή
προς ένα αδιέξοδο ζωής
και η μουσική επένδυση
δημιουργεί την πλάνη του ταξιδιού.
Κλείνω το ραδιόφωνο
για να νιώσω την απουσία σου θηρίο
μέσα στο αυτοκίνητο
μέσα στη σιωπή
να με κατατρώει
πριν στρίψω στο επόμενο Ξεχνιέμαι.
Χωρίς μουσική
χωρίς τέμπο
χωρίς χορογραφία
βουβοί λυγμοί
καταβροχθίζουν σάρκες και εσώψυχα.
Αλλάζω συχνότητα Εαυτού
με σπρώχνω να έρθω να σε βρω
τώρα
πριν αρχίσω να ξεχνιέμαι
μέσα στη σιωπή
και μέσα στην μοναξιά μου...