Live
like a child plays
it's favourite game..
Το πιο δυνατό κρασί, είναι αυτό που φτιάχνεις με Υπέρβαση Εαυτού. Μία φορά αν μεθύσει ο Νους, δεν επιστρέφει η Ύπαρξη στις νηφαλιότητες.
[Κίνητρο: Έλλη Μαρτίκα - γενέθλια συγκυρία]
Ο χρόνος που αφιερώνεται σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα σού διαμορφώνει τη συνείδηση, τον τρόπο σκέψης, την δυναμική με την οποία οραματίζεσαι τη ζωή σου και κυρίως το τι θεωρείς δυνατό και τι αδύνατο να συμβεί.
Μαθηματικά: κύκλοι και γραμμές, ευθείες ή τεθλασμένες. Γραμμικές εξελίξεις και αριθμοί που διαδέχονται ο ένας τον άλλον.
Ελάχιστες οι ώρες της Φυσικής πάνω στις συγκρούσεις και στην αλλαγή πορείας. Ανύπαρκτες οι ώρες της κβαντικής Φυσικής πάνω στο φαινόμενο σήραγγας, όπου σωματίδια υπερπηδούν φράγματα δυναμικού και βρίσκονται σε περιοχές του χώρου απαγορευμένες από την κλασική μηχανική.
Τόσο δυσανάλογος ο χρόνος διδασκαλίας, που μαθαίνεις γραμμικά να δένεσαι με το προηγούμενο και το επόμενο βήμα σου, δίχως την ικανότητα εκτόξευσης σε νέες συντεταγμένες, πιο κοντά στα όσα οραματίστηκες για τη ζωή σου. Εντάσσεσαι ομαλώς στην κοινωνία που από μικρός ήθελες να αλλάξεις. Ευτύχημα, θα μού πεις. Ο νόμος λέει πως επιβιώνει ο πιο ευπροσάρμοστος. Ναι.. μα ποιες οι συνθήκες επιβίωσης; Ποιο το τίμημα;
Διδάσκεσαι να επιβιώνεις με τρεις τακτικές άμυνας. Μία η υποχώρηση, μία η συνεργασία και μία η μάχη αλλαγής του τοπίου από μέσα. Και οι τρεις έχουν θεμέλιο την παραμονή σου στο υπάρχον σκηνικό.
Η ψευδαίσθηση αλλαγής του τοπίου σιγά σιγά ξεθωριάζει. Σού μένει μόνο η υποχώρηση και η συνεργασία, αλλιώς, παραμονεύει ο κίνδυνος της απόρριψης. Τραγικό, γιατί μία ζωή διδάσκεσαι τρόπους να είσαι αποδεκτός, αρεστός και να ενσωματώνεσαι. Την απόρριψη απ’ το σύνολο δεν σού τη διδάσκει κανείς. Ακόμη κι αν το σύνολο είναι ανθρωποφάγα ανταγωνιστικό, ανελέητα κυρίαρχο, εκτοπιστικά επιβλητικό, άριστα διεφθαρμένο. Κανείς ποτέ δεν μελέτησε τις ιδιότητες του συνόλου. Η εστίαση εξαντλήθηκε μόνο στους τρόπους ενσωμάτωσής σου. Να βρεις μία τρύπα να χωθείς. Να πιάσεις το χώρο σου σ’ αυτό που κυριαρχεί, χωρίς περιττές αναλύσεις για την ποιότητα της πορείας.
Στην πιο αρρωστημένη μορφή του αυτό το μοτίβο ενσωμάτωσης αναπαράγεται στις ενδοοικογενειακές κακοποιήσεις, στις εργασιακές εκμεταλλεύσεις και σε άλλες κακοποιητικές συμπεριφορές. Το θύμα έχει μάθει να υπομένει, να συνεργάζεται, να ελπίζει πως μπορεί να αλλάξει το σκηνικό. Μέχρι να αρχίσει να συνηθίζει το μοτίβο. Γνωρίζει τι θα ακολουθήσει μετά από κάθε κίνηση. Η πρόβλεψη πάντα συνοδεύεται από ένα, έστω και αρρωστημένο, αίσθημα ασφάλειας. Ξέρεις πώς θα κλείσει ο κάθε κύκλος και κρατάς δυνάμεις για την επόμενη επανάληψη του ίδιου κύκλου. Κύκλοι. Διαδοχές σημείων. Γραμμικές πορείες από το προηγούμενο βήμα στο επόμενο. Σαν κρίκοι αλυσίδας που δεν σπάνε.
Φυσική: πόση δύναμη χρειάζεται για να σπάσει ο κρίκος μιας αλυσίδας αιχμαλωσίας σου σε μία κατάσταση που δεν σού αρέσει;
Υπήρξε ποτέ δάσκαλος να σού το διδάξει αυτό;
Χρωστάμε μαθήματα φυγής. Θα είχαμε γλιτώσει από πολλές συμφορές. Θα είχαμε γλιτώσει πολύ χαμένο χρόνο. Δικό μας χρόνο. Θα είχαμε αποφύγει βάλτους και αμμώδεις διαδρομές που σού ρουφούν το βήμα. Που νιώθεις πως κινείσαι, μα απλά βουλιάζεις.
Χρωστάμε μαθήματα φυγής. Όπως διδάσκουμε στα παιδιά να ονειρεύονται, έτσι θα πρέπει να τους διδάσκουμε και πώς να εγκαταλείπουν ένα όνειρο. Να τους διδάσκουμε πως έχουν το δικαίωμα να αλλάξουν πλάνο, να αλλάξουν απόφαση, να αλλάξουν πορεία.
Δένουμε ένα δόλωμα ασφάλειας στο αγκίστρι και το προτάσσουμε μπροστά στο πεινασμένο στόμα. Και τρέχουν τα πόδια να προλάβουν, μην χαθεί η θέση, μην χαθεί η ευκαιρία, μην χαθεί αυτό που ως τώρα φτιάχτηκε.
Τι έγινε αν χαθεί;
Ό,τι ξεκινά με προδιαγραφές αιωνιότητας, δεν ικανοποιεί πάντα τις αρχικές του υποσχέσεις, ούτε τις αρχικές σου προσδοκίες. Τι έγινε αν δεν τελειώσεις αυτό που άρχισες; Τι έγινε αν το παρατήσεις στη μέση; Γιατί ενοχοποιείται η παραίτηση με λιποταξία; Θέλω να έχω το δικαίωμα να διαλέξω για τι θα πολεμήσω. Αν πάψει να με εμπνέει η νίκη, θέλω να αποχωρώ δίχως ενοχοποιήσεις. Να αλλάζω σύμπαν.
Ποιος είναι ο πιο ευτυχής;
Αυτός που ολοκλήρωσε κάτι το οποίο στα μισά πρόδωσε το
πάθος, τον ενθουσιασμό και την πίστη του ή αυτός που παράτησε στα μισά μία
λάθος επιλογή και ξεκίνησε από την αρχή ένα νέο εγχείρημα;
Είμαστε θύματα του αφηγήματος της προσπάθειας και η προσπάθεια είναι συνυφασμένη με την παραμονή στο στόχο, ακόμη κι αν ο στόχος έπαψε να μας εμπνέει ή αποδείχθηκε επιζήμιος.
Οι εξαρτήσεις οργιάζουν και όσοι μελετούν αυτήν την παθογένεια της κοινωνίας διατυπώνουν ζοφερά συμπεράσματα. (Κάποτε ήταν μόνο το ποτό, τα ναρκωτικά και το κάπνισμα. Τώρα όλοι εξαρτημένοι απ’ τα δίκτυα. Ειδικά όσοι το αρνούνται.)
Πάντα μία εξάρτηση αναπαριστά μία εικονική διέξοδο φυγής. Ο καθένας γνωρίζει από τί τρέχει να ξεφύγει.
Όσο ο κόσμος βρίθει από εξαρτήσεις, τα απωθημένα μέσα του κοχλάζουν και μένει βαλτωμένος. Βάλτος δεν είναι μία κατάσταση ακινητοποίησης και βυθίσματος. Κάλλιστα είναι μία κατάσταση διαρκούς εξέλιξης, μέσα από ανάλογη προσπάθεια, που όμως έπαψε προ πολλού να σε εμπνέει. Έπεσες στο ποτάμι και σε παρασύρει πλέον η ορμή του. Ανήμπορος να κολυμπήσεις προς την κατεύθυνση που θέλεις. Ανήμπορος να πιαστείς απ’ τα κλαδιά στις όχθες και να βγεις στη στεριά. Έτσι αφήνεσαι. Βαλτώνεις εν κινήσει. Στάσιμος εαυτός.
Κλείσε τα μάτια και αξιολόγησε το σημείο στο οποίο στέκεσαι.
Είσαι εκεί που θέλεις; Πορεύεσαι προς τα εκεί που σε κατευθύνει η πυξίδα σου;
Αν όχι, πόσο χρόνο πιστεύεις πως έχεις ακόμη για αλλαγή πορείας..? Για εκείνη τη σύγκρουση με το ασφαλές και γνώριμο και την εκτόξευση σε άλλες συντεταγμένες ζωής..;
Βιβλίο "πόνος στην πλάτη", εκδόσεις Άνω Τελεία, 2024
Η πιο μεγάλη νύχτα δεν είναι νύχτα. Είναι σκοτάδι. Όσα φωτάκια κι αν απλώσεις στο μπαλκόνι, δεν εγγυώνται φως στα δωμάτια. Μικρή, σαν περπατούσα στα σκοτεινά δρομάκια της επαρχίας, τραγουδούσα. Από άμυνα. Για να νικήσω τον φόβο μου για την ερημιά του δρόμου, για το σκοτάδι, για το αβέβαιο της επόμενης γωνίας.
Επίκτητος φόβος που στήνει μεγάφωνα στις πλατείες, μα μένει βαθιά ανίκητος. Οι επιφάνειες του κόσμου ήταν πάντα γεμάτες ρωγμές απ’ όπου ξεπροβάλλουν σκιές. Όσο πιο φανταχτερό το πανηγύρι, τόσο πιο βαθύ το σκοτάδι των ανθρώπων. Αν άξαφνα κλείσεις τη μουσική και τα φώτα θα ακούσεις τα παιδιά να κλαίνε. Έχουν από καιρό χάσει το χέρι που κρατούσαν.
Όλοι σε μία πλάνη υπερκινητικότητας απασχολούνται χαζεύοντας, τυφλωμένοι απ’ τα φώτα και κουφοί απ’ τη μουσική. Καλύπτουν τις εσωτερικές φωνές επιμελώς. Μα εξακολουθεί να επικρατεί ένα αίσθημα αδικίας. Τόσος αγώνας, τόση δουλειά, τόσων χρόνων, τόση αποταμίευση και δεν μπορείς να αγοράσεις λίγη ασφάλεια. Αγοράζεις υπηρεσίες ασφάλειας ζωής με συμβόλαια ιδιωτικών εταιρειών, μα υπόσχονται αποζημιώσεις μετά το πιθανό κακό. Τι να τις κάνεις τις αποζημιώσεις! Θέλεις ασφάλεια. Πληρώνεις σωματοφύλακες για να σε προστατεύουν και ενώ το σώμα σου διατηρείται αρτιμελές, η ψυχή σου καταθλίβεται… νοσεί και δεν υπάρχουν ψυχοφύλακες εκεί έξω.
Ο ψυχολόγος σε παραπέμπει σε σένα. Μόνο εσύ μπορείς να σε σώσεις. Αρκεί να βγάλεις από την πρίζα όλα τα φωτάκια και να ανάψεις ένα κερί. Μία ζωντανή φλόγα. Αντιμετωπίζοντας με θάρρος τον κίνδυνο να σβήσει και να βυθιστείς στην πιο σκοτεινή σου εσωτερικότητα. Δίχως την γνωστή ορατότητα. Με την μοναξιά να ορθώνεται τεράστια μέσα και γύρω σου. Μην αναγνωρίζοντας τον χώρο, το τοπίο και τον εαυτό. Μην αναγνωρίζοντας τις φωνές των ανθρώπων. Μην αναγνωρίζοντας την καινούρια κατάσταση.
Έσβησε μία δεσμίδα ledάκια. Δεν έγινε αισθητή.
Έσβησε δεύτερη και τρίτη. Το πλήθος ψάχνει τι συμβαίνει. Δίχως να δείχνει τρομαγμένο. Ακόμη παρασύρεται από την ορμή του πανηγυριού.
Σβήνει επόμενη δεσμίδα. Μετά κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη… Το πλήθος πανικοβάλλεται. Για ένα δευτερόλεπτο κοιτάζει να εντοπίσει την έξοδο του θεματικού πάρκου. Μένει για λίγο ακίνητο, με τις κόγχες των ματιών να σαρώνουν το χώρο άναρχα και μετά ξεχύνεται προς τις εξόδους. Ποδοπατιέται. Χριστουγεννιάτικος συνωστισμός. Με πιστοποιητικά ή χωρίς. Τραγωδία, έτσι κι αλλιώς. Ακούγονται φωνές απόγνωσης και ποδοβολητά. Τα φώτα συνεχίζουν να σβήνουν. Στα δέντρα, στους δρόμους, στα σπίτια, στις οθόνες, στα μάτια. Σαν κάτι να ρουφά το τεχνητό φως της ανθρωπότητας.
Σκοτάδι.
Όλος ο πανικός κράτησε όσο έσβηναν τα φώτα. Μόλις έσβησε το τελευταίο άστρο, έπεσε σιωπή. Ούτε ανάσα. Σαν να πέθαναν όλοι. Κι όμως, ήταν η απεγνωσμένη προσπάθεια να μάθουν να βλέπουν δίχως μάτια, δίχως χρώματα, δίχως σχήματα. Η απεγνωσμένη προσπάθεια προσαρμογής στη νέα συνθήκη.
Τα παιδιά έπαψαν να κλαίνε σαν να μην υπάρχει πλέον κίνδυνος. Σαν τα φώτα να καταβρόχθιζαν τις ψυχές. Τώρα μία ζεστασιά, μία ασφάλεια, μία ηρεμία, μία σταθερότητα εκείνου του αδιαπραγμάτευτου μαύρου της νύχτας, ίσως μιας άγιας νύχτας, απλώνεται παντού. Τα παιδιά απλώνουν το χέρι και πιάνουν έναν άνθρωπο. Οποιονδήποτε άνθρωπο. Δεν βλέπουν δέρματα, χρώματα, φύλο. Δεν βλέπουν ρούχα, κοσμήματα. Δεν βλέπουν γνωστούς ή αγνώστους. Δεν είναι μόνο η προσαρμοστικότητα που συμβάλλει στην επιβίωση. Είναι και η συλλογικότητα. Πλέον ή όλοι μαζί ή κανείς.
Τρεις ανθρώπους φοβάμαι.
Τον φοβισμένο άνθρωπο.
Είναι ο καλύτερος εκτελεστής
όταν πεισθεί
πως ο διπλανός του
μπορεί να προκαλέσει
όσα.. φοβάται.
Τον αδιάφορο άνθρωπο.
Συναινεί σε όλα.
Τον άνθρωπο εξουσίας.
Φοβάμαι τόσο
πού αποστασιοποιούμαι απ' τον κόσμο τους
γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος
είναι να επηρεαστείς
να ξεγελαστείς
να υποχρεωθείς
να τούς μοιάσεις.