Το πιο δυνατό κρασί, είναι αυτό που φτιάχνεις με Υπέρβαση Εαυτού. Μία φορά αν μεθύσει ο Νους, δεν επιστρέφει η Ύπαρξη στις νηφαλιότητες.
Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.
Η ευθύνη..
~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.
Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013
~Ξόρκι~
Επίορκο Σκοτάδι...
Μαύρο νυχτικό {νυχτωμένο Κορμί}
Λευκής Ιδέας {Χλωμής Σελήνης}
σ' ένα φόντο {ΑνεμίΖει παρασκήνιο}
Κόκκινης Συνωμοσίας {Διπλό Φονικό}.
Σκάει μύτη ο Ήλιος
απ' τα σπλάχνα της Γης,
φυτεμένος σε ώρες βρεγμένης σιωπής.
ΑνθίΖει προς τα πάνω φωτιά,
ανταμώνει βροχή.
Ποτίζεται η πύρινη Ρίζα μ' Ανάγκη...
ΜπουμπουκιάΖει το Άνθος στ' απλωμένα Κλαδιά,
Δαγκωμένο Φιλί...
Έρπει αναρριχώμενο στο μπαλκόνι
όπου απλώνεις την μπουγάδα
της καθαρής Ζωής σου.
Έρχονται οι Μήνες
να θερίσουν το Βιος σου,
να οργώσουν το πίσω μέρος του Μυαλού
με τα Γυμνά Χέρια μιας Άνοιξης,
που ντυμένη αγρότισσα
δεν παραπέμπει στην ταυτότητα της πληΓής της...
Ξόρκι κεντάει στην Χλωροφύλλη των αγγείων,
Και κάθε που θα ουρλιάΖεις,
ένα πέταλο αυτοχειρίας θα γκρεμίζεται στο Κενό
ψιθυρίζοντας διαδοχικά
"Μ' αγαπάει, Δε μ' αγαπάει".....
Μαύρο νυχτικό {νυχτωμένο Κορμί}
Λευκής Ιδέας {Χλωμής Σελήνης}
σ' ένα φόντο {ΑνεμίΖει παρασκήνιο}
Κόκκινης Συνωμοσίας {Διπλό Φονικό}.
Σκάει μύτη ο Ήλιος
απ' τα σπλάχνα της Γης,
φυτεμένος σε ώρες βρεγμένης σιωπής.
ΑνθίΖει προς τα πάνω φωτιά,
ανταμώνει βροχή.
Ποτίζεται η πύρινη Ρίζα μ' Ανάγκη...
ΜπουμπουκιάΖει το Άνθος στ' απλωμένα Κλαδιά,
Δαγκωμένο Φιλί...
Έρπει αναρριχώμενο στο μπαλκόνι
όπου απλώνεις την μπουγάδα
της καθαρής Ζωής σου.
Έρχονται οι Μήνες
να θερίσουν το Βιος σου,
να οργώσουν το πίσω μέρος του Μυαλού
με τα Γυμνά Χέρια μιας Άνοιξης,
που ντυμένη αγρότισσα
δεν παραπέμπει στην ταυτότητα της πληΓής της...
Ξόρκι κεντάει στην Χλωροφύλλη των αγγείων,
Και κάθε που θα ουρλιάΖεις,
ένα πέταλο αυτοχειρίας θα γκρεμίζεται στο Κενό
ψιθυρίζοντας διαδοχικά
"Μ' αγαπάει, Δε μ' αγαπάει".....
Κυριακή 10 Μαρτίου 2013
Να με προλάβεις....................
Κοίτα γύρω...
το τοπίο
σκοτείνιασε...Καπνοί και Φονικό...
Ένα παιδί φωνάζει.....
ουρλιάζουν τα ερείπια Θάνατο....
οι γέφυρες γκρεμίστηκαν....
τα σύνορα πήραν φωτιά...
Έμεινα εγκλωβισμένη σε μία ξένη πατρίδα πολέμου...
Έμεινες με το Φως ξεψυχισμένο στα χέρια....
Σκοτάδι....
πληγή και καπνός...
Ένας άνθρωπος καίγεται....
Ένα μωρό μπουσουλάει μέσα στα συντρίμμια....
"Μη φοβηθείς, Φάρσα είναι... των Καιρών".
Φοβάμαι....
το κρύο διαδέχεται το φως που σβήνει...
Κρυώνω.....
Δε θα με προλάβεις....
Τρέχουν οι Φωνές...
τα δάκρυα....
οι σκέψεις...
αιμορραγώ ...
δε θα με προλάβεις.....
Τρίτη 5 Μαρτίου 2013
Μη με στήσεις.............................
-Μη με στήσεις...
...
Το ταξίμετρο γράφει πιο γρήγορα με μένα επιβάτη. Θα 'πρεπε να' γραφε μουσική. Να γράψει μία μικρή ιστορία η διαδρομή μου. Να με χορεύουν οι νεότεροι. Να με τραγουδούν οι μεθυσμένοι.
Κάθομαι πάντα πίσω, ήρεμη, σταυροπόδι, με ίσια την πλάτη, έξω το στήθος, το βλέμμα στον ουρανό, τα πόδια στη γη, με την καρδιά χαρισμένη ή μπλοκαρισμένη ή κομμάτια ή απλά ζωγραφισμένη στο τζάμι πάνω στην υγρασία από το χνώτο μου.
Οι οδηγοί με μισούν. Κινούμαι επικίνδυνα. Τρέχω πιο γρήγορα απ' το ταξίμετρο, από το ταξί, από τη μηχανή που επιταχύνει στην εθνική, από το βλέμμα του Άντρα που σαρώνει όλες τις Γυναίκες στο μπαρ, από τον μετρητή της ΔΕΗ που καλπάζει. Τρέχω έξω από το σώμα μου, μέσα σ' αυτό, με αυτό και χωρίς του. Ο τροχονόμος σφυρίζει έρωτα και κοιτά τις γάμπες μου. Του κλείνω το μάτι, γλιτώνω τις κλήσεις. Το φανάρι διαμαρτύρεται με κόκκινες τιμωρίες. Το προσπερνάω και το παραβιάζω. Οι διπλές γραμμές, αρτηρίες γεμάτες γάλα θηλάΖουν τις διαδρομές μου. Οι οδηγοί με μισούν. Έχω κάτασπρα δοντάκια. ΡοκανίΖω χιλιόμετρα. Έχω σκληρά νύχια. ΑρπάΖω ευκαιρίες. Έχω ατσάλινης ευλυγισίας οστά. Δεν σπάω. Λυγίζω ακροβατικά πάνω στα τεντωμένα σκοινιά του γκρεμού και ισορροπώ όταν οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα στην Σίγουρη Πτώση μου.
Ο μόνος που με συναγωνίζεται είναι ο Χρόνος. Φτάνω σπίτι και είναι ήδη εκεί. Έχει ανάψει θερμοσίφωνα και έχει γεμίσει τη μπανιέρα μου ως το χείλος του πνιγμού της. Ξεντύνομαι. Πάντα αργά, με ιεροτελεστίας αφοσίωση. Βγάζω το ρολόι, το μαχαίρι από την τσέπη μου, την κραυγή που με πνίγει στο λαιμό μου, τη ζώνη που σφίγγει τη μέση μου και με κόβει στα δύο {Ψυχή και Σώμα}, τα ρούχα μου, τα εσώρουχα, το δέρμα μου, την ταυτότητα. Γυμνή βουλιάΖω στην Λύτρωση μιας επιστροφής στο αμνιακό υγρό που με γέννησε. Μόλις βυθίζομαι, ξεχειλίΖει απ' τα τοιχώματα η Ζωή μου. Σπάνε τα νερά της. Βρέχει κλάματα, λυγμούς, βρισιές, ικεσίες και παιδικά τραύματα. Η Νύχτα ανοίγει το στόμα της και καταπίνει μουσκεμένο ουρανό. Το νερό κρυώνει. Το κορμί εξατμίζεται. Το φως σβήνει. Το Φεγγάρι, πάντα εκεί.
Μου απλώνεις το χέρι κρατώντας την πετσέτα, την κουβέρτα, την αγκαλιά. Πάντα αναρωτιέμαι πώς έρχεσαι, αφού όλα τα κρατώ κλειδωμένα. Τέτοιες ώρες όλα μου είναι κλειστά. Ανοίγεις και πάντα είσαι εκεί, εδώ, μέσα μου να κρατάς μακριά τα κοντινά μου επικίνδυνα στιλέτα. Μόνο τις γόβες επιτρέπεις, γιατί λατρεύεις τον τρόπο που τρυπούν τις φλέβες του πατώματος και ζωγραφίζουν παπαρούνες το χαλί, στη φαντασία σου, στο σενάριο της Ζωής μας.
Βαθαίνει ο διάδρομος. Τα ψιλά μου τελείωσαν και το ταξί με παράτησε μπρος στο σαλόνι. Αρνείται να διασχίσει το διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα που λούζεται από Φεγγάρι.
-Αυτή η σκαλωσιά, που οδηγεί στην Ποίηση, ορειβατικά διασχίζεται με άδειες τσέπες... είπε ο ταξιτζής στην Αγωνία μου και μ' έσπρωξε στο Κενό.
Κάθε που προκύπτει ενδεχόμενο Πτώσης, οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα υπέρ της. Ακόμη δεν έμαθαν πως Με λένε Γυναίκα. Γεννιέμαι γεννώντας, ακόμη κι αν το παιδί γεννιέται νεκρό. Γιατί μες στους 9 μήνες της Κύησης Εγώ είμαι το Παιδί και η Μάνα μου, η Ζωή και ο Θάνατός μου.
Σήμερα που σε ερωτεύτηκα επιχείρησα ξανά να αυτοκτονήσω. Με νερό και φωτιά.
Αναστήθηκα πιο υγρή και πιο πύρινη.
Αύριο οι ταχύτητές μου θα είναι ασύλληπτα ιλιγγιώδεις.
Μου κάνεις κακό, μα πούλησα το σπίτι μου και ποντάρω Στοιχήματα πως ο Χρόνος σε προσέλαβε κι ας Εγώ σε πληρώνω με Ειλικρίνειες.
Πρώτη φορά λούζομαι γυμνή από όλα, όχι για να απολυμάνω τον Εαυτό μου από τη φτήνια του Κόσμου -φτηνά μεροκάματα, φτηνά καπρίτσια, φτηνά ποτά, φτηνοί έρωτες- μα για το Ραντεβού μας...
-Μη με στήσεις... μα και μην έρθεις πριν την ώρα σου... Να έχω προλάβει να σκαρφαλώσω τη σκαλωσιά από την κρεβατοκάμαρα ως το Φεγγάρι της Ποίησης...
...
Το ταξίμετρο γράφει πιο γρήγορα με μένα επιβάτη. Θα 'πρεπε να' γραφε μουσική. Να γράψει μία μικρή ιστορία η διαδρομή μου. Να με χορεύουν οι νεότεροι. Να με τραγουδούν οι μεθυσμένοι.
Κάθομαι πάντα πίσω, ήρεμη, σταυροπόδι, με ίσια την πλάτη, έξω το στήθος, το βλέμμα στον ουρανό, τα πόδια στη γη, με την καρδιά χαρισμένη ή μπλοκαρισμένη ή κομμάτια ή απλά ζωγραφισμένη στο τζάμι πάνω στην υγρασία από το χνώτο μου.
Οι οδηγοί με μισούν. Κινούμαι επικίνδυνα. Τρέχω πιο γρήγορα απ' το ταξίμετρο, από το ταξί, από τη μηχανή που επιταχύνει στην εθνική, από το βλέμμα του Άντρα που σαρώνει όλες τις Γυναίκες στο μπαρ, από τον μετρητή της ΔΕΗ που καλπάζει. Τρέχω έξω από το σώμα μου, μέσα σ' αυτό, με αυτό και χωρίς του. Ο τροχονόμος σφυρίζει έρωτα και κοιτά τις γάμπες μου. Του κλείνω το μάτι, γλιτώνω τις κλήσεις. Το φανάρι διαμαρτύρεται με κόκκινες τιμωρίες. Το προσπερνάω και το παραβιάζω. Οι διπλές γραμμές, αρτηρίες γεμάτες γάλα θηλάΖουν τις διαδρομές μου. Οι οδηγοί με μισούν. Έχω κάτασπρα δοντάκια. ΡοκανίΖω χιλιόμετρα. Έχω σκληρά νύχια. ΑρπάΖω ευκαιρίες. Έχω ατσάλινης ευλυγισίας οστά. Δεν σπάω. Λυγίζω ακροβατικά πάνω στα τεντωμένα σκοινιά του γκρεμού και ισορροπώ όταν οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα στην Σίγουρη Πτώση μου.
Ο μόνος που με συναγωνίζεται είναι ο Χρόνος. Φτάνω σπίτι και είναι ήδη εκεί. Έχει ανάψει θερμοσίφωνα και έχει γεμίσει τη μπανιέρα μου ως το χείλος του πνιγμού της. Ξεντύνομαι. Πάντα αργά, με ιεροτελεστίας αφοσίωση. Βγάζω το ρολόι, το μαχαίρι από την τσέπη μου, την κραυγή που με πνίγει στο λαιμό μου, τη ζώνη που σφίγγει τη μέση μου και με κόβει στα δύο {Ψυχή και Σώμα}, τα ρούχα μου, τα εσώρουχα, το δέρμα μου, την ταυτότητα. Γυμνή βουλιάΖω στην Λύτρωση μιας επιστροφής στο αμνιακό υγρό που με γέννησε. Μόλις βυθίζομαι, ξεχειλίΖει απ' τα τοιχώματα η Ζωή μου. Σπάνε τα νερά της. Βρέχει κλάματα, λυγμούς, βρισιές, ικεσίες και παιδικά τραύματα. Η Νύχτα ανοίγει το στόμα της και καταπίνει μουσκεμένο ουρανό. Το νερό κρυώνει. Το κορμί εξατμίζεται. Το φως σβήνει. Το Φεγγάρι, πάντα εκεί.
Μου απλώνεις το χέρι κρατώντας την πετσέτα, την κουβέρτα, την αγκαλιά. Πάντα αναρωτιέμαι πώς έρχεσαι, αφού όλα τα κρατώ κλειδωμένα. Τέτοιες ώρες όλα μου είναι κλειστά. Ανοίγεις και πάντα είσαι εκεί, εδώ, μέσα μου να κρατάς μακριά τα κοντινά μου επικίνδυνα στιλέτα. Μόνο τις γόβες επιτρέπεις, γιατί λατρεύεις τον τρόπο που τρυπούν τις φλέβες του πατώματος και ζωγραφίζουν παπαρούνες το χαλί, στη φαντασία σου, στο σενάριο της Ζωής μας.
Βαθαίνει ο διάδρομος. Τα ψιλά μου τελείωσαν και το ταξί με παράτησε μπρος στο σαλόνι. Αρνείται να διασχίσει το διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα που λούζεται από Φεγγάρι.
-Αυτή η σκαλωσιά, που οδηγεί στην Ποίηση, ορειβατικά διασχίζεται με άδειες τσέπες... είπε ο ταξιτζής στην Αγωνία μου και μ' έσπρωξε στο Κενό.
Κάθε που προκύπτει ενδεχόμενο Πτώσης, οι τζογαδόροι πουλάνε τα σπίτια τους για να ποντάρουν Στοιχήματα υπέρ της. Ακόμη δεν έμαθαν πως Με λένε Γυναίκα. Γεννιέμαι γεννώντας, ακόμη κι αν το παιδί γεννιέται νεκρό. Γιατί μες στους 9 μήνες της Κύησης Εγώ είμαι το Παιδί και η Μάνα μου, η Ζωή και ο Θάνατός μου.
Σήμερα που σε ερωτεύτηκα επιχείρησα ξανά να αυτοκτονήσω. Με νερό και φωτιά.
Αναστήθηκα πιο υγρή και πιο πύρινη.
Αύριο οι ταχύτητές μου θα είναι ασύλληπτα ιλιγγιώδεις.
Μου κάνεις κακό, μα πούλησα το σπίτι μου και ποντάρω Στοιχήματα πως ο Χρόνος σε προσέλαβε κι ας Εγώ σε πληρώνω με Ειλικρίνειες.
Πρώτη φορά λούζομαι γυμνή από όλα, όχι για να απολυμάνω τον Εαυτό μου από τη φτήνια του Κόσμου -φτηνά μεροκάματα, φτηνά καπρίτσια, φτηνά ποτά, φτηνοί έρωτες- μα για το Ραντεβού μας...
-Μη με στήσεις... μα και μην έρθεις πριν την ώρα σου... Να έχω προλάβει να σκαρφαλώσω τη σκαλωσιά από την κρεβατοκάμαρα ως το Φεγγάρι της Ποίησης...
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
~Χρώμα με τα ποιήματα, σκοτάδι με τα άδεια~
Κίνητρο - Βέλος από την unique VaiaTou...
Μένω γυμνή στο Κίτρινο, στο Μαύρο και στο Ρίγος...
Είναι το χρώμα της πληγής πιότερο που μου πάει...
Μια τρύπα ανοίγω στο λαιμό να στάξει μενταγιόν μου,
Κόκκινο, καταΚόκκινο να πάλλεται στο στήθος...
Μία γρατζουνιά φυτεύω γύρω από τον καρπό μου
βραχιόλι να 'χω κόκκινο, ρολόι των Λαθών μου...
Μία μαχαιριά στην πλάτη μου χορεύω, λιποθυμάω
και μες στο κρύο ντύνομαι το Χρώμα των Ερώτων...
Πώς τάχα με περίμενες να τρέξω να ξεφύγω?...
Αυτοκτονούν όλα τα ΠΡΙΝ και μένω με τα ΤΩΡΑ...
μένω με τα γινάτια μου γυμνή μέσα στην μπόρα...
Τρέχει το Έργο μου καρέ, τρέχει μου και ο Χρόνος
και ο Ζωγράφος διάλεξε χρώμα μου να 'ναι ο Δρόμος...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Γυμνή είμαι, μα ντύνομαι Κόκκινο και Σκοτάδι...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και παίρνει μου τα μέτρα...
Όχι σαν τον Χάροντα, που ακίνητη με θέλει..
μα σαν τον Εραστή του ΝΟΥ, που όλο του ξεφεύγω
και στα παρασκήνια της Σκέψης τρέχει και με γυρεύει...
είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Είναι το χρώμα της πληγής πιότερο που μου πάει...
Μια τρύπα ανοίγω στο λαιμό να στάξει μενταγιόν μου,
Κόκκινο, καταΚόκκινο να πάλλεται στο στήθος...
Μία γρατζουνιά φυτεύω γύρω από τον καρπό μου
βραχιόλι να 'χω κόκκινο, ρολόι των Λαθών μου...
Μία μαχαιριά στην πλάτη μου χορεύω, λιποθυμάω
και μες στο κρύο ντύνομαι το Χρώμα των Ερώτων...
Πώς τάχα με περίμενες να τρέξω να ξεφύγω?...
Αυτοκτονούν όλα τα ΠΡΙΝ και μένω με τα ΤΩΡΑ...
μένω με τα γινάτια μου γυμνή μέσα στην μπόρα...
Τρέχει το Έργο μου καρέ, τρέχει μου και ο Χρόνος
και ο Ζωγράφος διάλεξε χρώμα μου να 'ναι ο Δρόμος...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Γυμνή είμαι, μα ντύνομαι Κόκκινο και Σκοτάδι...
Είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και παίρνει μου τα μέτρα...
Όχι σαν τον Χάροντα, που ακίνητη με θέλει..
μα σαν τον Εραστή του ΝΟΥ, που όλο του ξεφεύγω
και στα παρασκήνια της Σκέψης τρέχει και με γυρεύει...
είναι η ΖΩΗ μοδίστρα μου και ράβει, όλο ράβει...
Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013
~Δ-aSOS~
Με το ράμφος οι ΑετόΜορφοι
τσιμπάνε φλόγες
από εστίες Αστέγων
ΚάρΒΟΥΝΑ Βουνά
ΟροΣειρές
ΟΡΟθετικών στην
Φτώχεια Κόσμων
κι όμως ΔΕΝ
μολύνονται…
εμβολιάΖΟΥΝ το αίμα
με γινάτι…
Φιλεύομαι στο Δρόμο
με μίας Καρδιάς το πρόΓευμα,
με μιας Σκέψης το Λάδι
και τρώω με τα Χέρια…
ΣκουπίΖΩ το στόμα μου
στην κάπα του Επαναστάτη.
Κοινωνώ στην Εκκλησία
του Λαού.
Αγιάζομαι με αίμα
Δικαιοσύνης.
Εξομολογούμαι για όσα
θα κάνω.
Ο Ουρανός φλέγεται
γιατί οι ΑετόΜορφοι
αμολούν τις ΨΥΧΕΣ τους
στο ΦΩΣ
την ώρα που τα Κορμιά
των Νεκρών συνΑνθρώπων
στιβάζονται στα Δάση
των οικοδομημένων
τετραγώνων…
Την ίδια ώρα
Εμείς Μωρό μου
Εμείς Μωρό μου
ερωτευόμαστε
και γεννάμε τα Παιδιά
μας
στο Δ-aSOS,
όπου οι Άγριοι προασπίζονται
το Ένα Φιλί,
την Μία Αγκαλιά,
τη Ζωή του νεοΓέννητου
και τον αξιοπρεπή Θάνατο
των Ηρώων.
Σ’ εκείνο το Δ-aSOS που απλώνει
τις πλεγμένες με τις φλέβες
μας φυλλωσιές του
κάτω από τον Ουρανό
που φλέγεται.
Εκεί όπου το SOS
Έχει χρονική μονο μετάφραση:
Sήμερα
Oχι αύριο
SΗΜΕΡΑ…
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013
.....Απλώνομαι.......
Το καλάθι πάντα γεμάτο ποικιλίες. Η επιλογή προσαρμόζεται στην Ζήτηση, ακολουθώντας το Νόμο της Αγοράς. Παίζουν οι ειδήμονες με τα μεγέθη. Παίζουν τα μεγέθη με το Μυαλό μας. Όλοι επιδιώκουν το άπλωμα. Διαπλάτυνση των Δρόμων, των πεζοΔρομίων, των μπαλκονιών, του υπόστεγου, της αυλής, του Εγώ.
Ο Ζητιάνος πιάνει δύο πόστα για την ελεημοσύνη που ζητά.
Ο Νεκρός δύο μέτρα επί δύο, ν'απλώσει την περιουσία της Ζωής που πήρε μαζί του....
Ο Ερωτευμένος δύο δύο τα κορίτσια ή τ' αγόρια... πληθωρικές οι επιλογές.... απλωμένες.... σαν τη μοναξιά του...
Ο Διανοούμενος πλασάρει δύο δύο τους τόμους των πολυτελών εκδόσεων να χωρέσει την πτυχιούχο άγνοιά του.....
Η γιαγιά μου άπλωνε το ζυμάρι στο τραπέζι με ένα σεντόνι. Τύλιγε τον κόπο της και μ'αυτόν έφτιαχνε την πίτα και τάιζε τρεις οικογένειες.
Άλλη γενιά.
Δένω τα χέρια μου. Κουλουριάζομαι. Περιορίζομαι στην στατική μου θέση της ακινησίας. Δεν αρκεί. Πως δένεται το μυαλό να πάψει να μουρμουρίζει βήματα απομάκρυνσης από το κέντρο της Σιωπής?....
Απλώνονται οι λέξεις. Φτάνει. Απλώνονται οι εμπειρίες. Περισσεύει.
Είναι η Μοίρα του Σύμπαντος η διαστολή?...
Επαναπαύομαι στο άλλοθι.
Αθωώνω τον Ζητιάνο.
Απενοχοποιώ τον Νεκρό.
Δικαιώνω τον Ερωτευμένο.
Επιβραβεύω τον Διανοούμενο.
Χειροκροτώ το βεληνεκές που γιγαντώνει τον Εαυτό του με ιδιωτικό κριτήριο, γαλουχημένο σε μια Κοινωνία Αναλώσιμη, με ταχύρυθμα μαθήματα ανάπτυξης δεξιοτήτων.
Απλωθείτε ελεύθερα.
Απλώθηκα κι Εγώ. Πάλι στα κείμενα.
Πάω να απλώσω το Κορμάκι μου στο κρεβάτι.
Το καλάθι γεμάτο ποικιλίες. Στον πληθυντικό αριθμό, δε διασφαλίζουν ποιότητα...
Ποιότητες, ποσότητες, ποικιλίες, πειράματα, πλήθος, είδη προς κατανάλωση...
Δεν είναι η τσέπη μας που φτωχαίνει. Είναι η Επιθυμία που εκπαιδεύεται φτηνή στα καλάθια της λαϊκής, όπου πωλούνται και αγοράζονται Απλωμένα Ρούχα Ψυχής: τα ΕσώΡουχά μας...
Μωρό μου, αν οι αϋπνίες σου σε βγάλουν σεργιάνι στην αγορά του κόσμου, αγόρασέ μου ένα σετ ΕσώΡουχα σε χρώμα αθωότητας, μήπως και αρχίσω να συρρικνώνομαι στις διαστάσεις της Αλήθειας μου..........................................
Ο Ζητιάνος πιάνει δύο πόστα για την ελεημοσύνη που ζητά.
Ο Νεκρός δύο μέτρα επί δύο, ν'απλώσει την περιουσία της Ζωής που πήρε μαζί του....
Ο Ερωτευμένος δύο δύο τα κορίτσια ή τ' αγόρια... πληθωρικές οι επιλογές.... απλωμένες.... σαν τη μοναξιά του...
Ο Διανοούμενος πλασάρει δύο δύο τους τόμους των πολυτελών εκδόσεων να χωρέσει την πτυχιούχο άγνοιά του.....
Η γιαγιά μου άπλωνε το ζυμάρι στο τραπέζι με ένα σεντόνι. Τύλιγε τον κόπο της και μ'αυτόν έφτιαχνε την πίτα και τάιζε τρεις οικογένειες.
Άλλη γενιά.
Δένω τα χέρια μου. Κουλουριάζομαι. Περιορίζομαι στην στατική μου θέση της ακινησίας. Δεν αρκεί. Πως δένεται το μυαλό να πάψει να μουρμουρίζει βήματα απομάκρυνσης από το κέντρο της Σιωπής?....
Απλώνονται οι λέξεις. Φτάνει. Απλώνονται οι εμπειρίες. Περισσεύει.
Είναι η Μοίρα του Σύμπαντος η διαστολή?...
Επαναπαύομαι στο άλλοθι.
Αθωώνω τον Ζητιάνο.
Απενοχοποιώ τον Νεκρό.
Δικαιώνω τον Ερωτευμένο.
Επιβραβεύω τον Διανοούμενο.
Χειροκροτώ το βεληνεκές που γιγαντώνει τον Εαυτό του με ιδιωτικό κριτήριο, γαλουχημένο σε μια Κοινωνία Αναλώσιμη, με ταχύρυθμα μαθήματα ανάπτυξης δεξιοτήτων.
Απλωθείτε ελεύθερα.
Απλώθηκα κι Εγώ. Πάλι στα κείμενα.
Πάω να απλώσω το Κορμάκι μου στο κρεβάτι.
Το καλάθι γεμάτο ποικιλίες. Στον πληθυντικό αριθμό, δε διασφαλίζουν ποιότητα...
Ποιότητες, ποσότητες, ποικιλίες, πειράματα, πλήθος, είδη προς κατανάλωση...
Δεν είναι η τσέπη μας που φτωχαίνει. Είναι η Επιθυμία που εκπαιδεύεται φτηνή στα καλάθια της λαϊκής, όπου πωλούνται και αγοράζονται Απλωμένα Ρούχα Ψυχής: τα ΕσώΡουχά μας...
Μωρό μου, αν οι αϋπνίες σου σε βγάλουν σεργιάνι στην αγορά του κόσμου, αγόρασέ μου ένα σετ ΕσώΡουχα σε χρώμα αθωότητας, μήπως και αρχίσω να συρρικνώνομαι στις διαστάσεις της Αλήθειας μου..........................................
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013
Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013
~Half past ...me~
Στα σκοτάδια μιλώ καλύτερα.
Σβήσε το Φως του Κόσμου και κάθισε δίπλα μου.
Αυτό που με διασχίζει είναι ποτάμι ή ερπετό.
Πάντως τυλίγεται και ρέει.
ΦωλιάΖει και Γεννά.
Σμίγει στο Δέλτα του Κορμιού με την Ψυχή.
Εκεί που χάνομαι Εγώ,
Εκείνο διασκεδάζει Περιπέτεια.
Προσπάθησα να καθρεφτιστώ στο γυαλί.
Κόπηκα επιτυχώς.
Στη μέση.
Τομή οριζόντια και κάθετη.
Ανατομίας πείραμα.
Φαίνομαι τόσο άρτια εντός, αν και τεμαχισμένη.
Θυμόμουν από μικρή την τεχνοτροπία των Ζωγράφων.
Τράβηξα γραμμή να με σχεδιάσω συμμετρικά...
Η Γραμμή ερωτεύτηκε το Φίδι και το Ποτάμι.
Γονιμοποιήθηκε πάνω μου και μέσα μου,
πριν προλάβω τον Εαυτό μου να σχεδιάσω Αυτοτελή.
Έγινε σκοινί και τυλίγεται επίσης.
Ζωντανό.
Νομίζω άνοιξες τα μάτια σου.
Φάνηκε ένα φως να τρέμει.
Στα σκοτάδια μιλώ καλύτερα.
Κλείσε τα μάτια σου.
Ο Έρωτας μάς θέλει μισούς μες στην ολοκλήρωση.
Φαγωμένους επιτυχώς.
Διαβρωμένους από Ανάσα και Σταγόνα.
Ψάχνω τώρα ένα γυαλί
να ζωγραφίσω με παραλήρημα
το σχήμα που έχει απόψε το Φεγγάρι
για να δω πού θα κρεμάσω την ερωτευμένη Γραμμή της αΣυμμετρίας μου...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









