Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Γεράκος Νο7



Η διάγνωση πάντα ίδια. Πώς περιμένεις κάτι νέο να πω? Ο κόσμος καρκινοπαθής στο τελευταίο του στάδιο. Με τσέπες πολυτελείας που του είναι άχρηστες, τόσο όσο οι καλυμμένες υπέρογκες επιταγές στο κισσέ του θανάτου. Με σώμα παραδομένο ήδη στους ψαλμούς νεκρικής ακολουθίας πάσης φύσεως θρησκειών. Με τον παγκόσμιο Νου εξαρτημένο κι ανίκανο ν' αντισταθεί σε ένα ακόμη τσιγάρο με νικοτίνη διαφθοράς και πίσσα εθελοτυφλίας. Με ογκώδη φάκελο παραβιασμένου ιατρικού απορρήτου.
Εγώ?
Τι με κοιτάς?
Ούτε νοσοκόμα είμαι. Ούτε γιατρός. Επισκέπτρια είμαι από το συγγενικό περιβάλλον που κληρονόμησα το επιρρεπές γονίδιο και ξέρω από τί θα πεθάνω.
Η διάγνωση πάντα ίδια και μόνη μου ελπίδα εκείνος ο εξ αγχιστείας Παππούς που έρχεται στον ύπνο μου και προσπαθεί να μου μάθει να ξεχωρίζω, σ' έναν κόσμο που μας μαθαίνει ίδιοι να γινόμαστε, κοινοί κι απρόσωποι, μέσα σε έναν θάλαμο άρρωστης ισότητας που θερίζει τα κεφάλια που ξεχωρίζουν.





Γεράκος Νο6




Μόνος του όλα. Λερώνει, πλένει, απλώνει, σιδερώνει, κυκλοφορεί. Μπλούζες, πουκάμισα και σακάκια με κομμένα μανίκια και ραμμένες οι τρύπες. Μην βγαίνουν τα χέρια. Φράγματα από γαζί που εμποδίζουν κάθε είδους δοσοληψία με τούτο τον κόσμο. Τα μάτια κλείναν. Ευτυχώς, αποφεύχθηκε η ραφή. Όταν οι εικόνες μύριζαν αποσύνθεση, έκλεινε τα βλέφαρα, έκανε μεταβολή και αποσυρόταν στο πίσω μέρος του μυαλού του.
..αποΜΟΝΟΣη..
Το μόνο που πρόδιδε την ευαισθησία του στη συντροφικότητα ήταν τα πουλιά. Τα πουλιά που ράμφιζαν τα αόρατα που τους πετούσε ψίχουλα και τον ακολουθούσαν πιστά στον καθιερωμένο του περίπατο στο προαύλιο της σακατεμένης ζωής των ανθρώπων, μαζεύοντας τα σπάνια νομίσματα εμπιστοσύνης που έβρισκε στο δρόμο. Πολύ σπάνια πια.

Υπάρχουν ζητιάνοι πολυτελείας σου λέω. Όχι οι αγύρτες που παραμυθιάζουν τον κόσμο και του αποσπούν ψιλά κρύβοντας περιουσίες μέσα στα σάπια στρώματα, όπου κοιμίζουν την ξαγρύπνια τους ... μα Εκείνοι που διασχίζουν τις νέας αρχιτεκτονικής γειτονιές με βήμα και βλέμμα πλούσιας μοναχικότητας, που ποτέ δεν νιώθουν μόνοι, ούτε φτωχοί, που λυπούνται τους πεινασμένους ανθρώπους με τους χαρτοφύλακες και τα στερημένα παιδιά από αγάπη, που τα 'χουν όλα, εκτός από τ' αυτονόητα.

Περπάτησε από την πλατεία Αγίου Δημητρίου ως το σούρουπο, διέσχισε τα έτη 1925 ως σήμερα. Ξεκίνησε ποτισμένος με τις διδαχές του παλιού σχολείου, τερμάτισε αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος. Στο ρέμα Πικροδάφνης έσκισε την αριστερή ραφή του σακακιού του και κάρφωσε στο εσωτερικό της παλάμης του μία αιχμηρή Μνήμη. Ένωσε το πικρό του αίμα με το ρέμα. Θυμήθηκε πως πέρασαν εποχές που οι άνθρωποι ήταν γλυκοαίματοι. Αγαπιόντουσαν αυθόρμητα για στιγμές αιώνιες.
Μισούσε αυτή τη Γυναίκα. Την Μνήμη. Όπως όλες οι Γυναίκες της ζωής του, τον αγάπησε πολύ και ήταν από τις λίγες που δεν έπαψαν να τον επισκέπτονται ακόμη και στις πιο βαθιές μοναξιές του. Ήταν αυτή που ήξερε τ' αδύναμα σημεία του. Όταν τον αγρίευε, Εκείνος δε δίσταζε να οπλιστεί με ακονισμένα βλέμματα και να αμυνθεί μέχρι θανάτου.

Τον Θάνατο τον είχε από κοντά, έτσι κι αλλιώς. Τον θεωρούσε σύμμαχο, ήταν κι αυτός αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος.

Έσκυψε και ήπιε λίγο αφέψημα Πικροδάφνης. Το πικρό νερό που πίνει πλέον ο κόσμος, όταν διψά. Άνοιξε την ματωμένη παλάμη και επεξεργάστηκε το μοναδικό νόμισμα εμπιστοσύνης που είχε πλέον στην κατοχή του. Μειδίασε προς το είδωλό του στο νερό και ξήλωσε την δεξιά ραφή. Ζύγισε ως δεξιόχειρας το νόμισμα, σαν βότσαλο, στο χέρι. Έκλεισε το αριστερό του μάτι και με το δεξί κοίταξε, από μία αόρατη διόπτρα, την Ματαιοδοξία του Κόσμου που άνθιζε παρόχθια του ρέματος. Διαισθάνθηκε την ιερόσυλη επιθυμία του ανθρώπου να μπαζώσει το ρέμα και να χτίσει αυθαίρετες ζωές. Ένιωσε πάλι εκείνη την καούρα στο στομάχι. "Πάνω από το πτώμα μου" σκέφτηκε και πέταξε το νόμισμα σαν βότσαλο να κάνει τρεις ελιγμούς στο πικρό νερό. Είδε το αίμα του να κάνει ομόκεντρους κύκλους, να σκάει στα θεμέλια των πολυκατοικιών, στις πυλωτές των αστέγων και να μεταγγίζεται σ' ένα Αλάνι που είχε σταματήσει το σχολείο και τόση ώρα τον παρατηρούσε ενδελεχώς.
"Γεράκο, πάψε ν' ασχολείσαι μαζί τους. Ξοφλημένοι είναι. Βγες έξω από το μπαλωμένο σακάκι σου να παίξουμε..." είπε ο μικρός...

Ο Γεράκος πλησίαζε σοφός προς το σούρουπο.
Σκέφτηκε να πει κάτι βαθύ, αλληγορικό, κοφτό, αντρίκιο και ταυτόχρονα απλό για να το κατανοήσει ο μάγκας πιτσιρίκος που παρείσδυσε με θράσος στον κόσμο του...
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ο πιτσιρίκος είχε πέσει στο ρέμα, δάγκωσε άγρια την παλάμη του, έσταξε γλυκό αίμα στο νερό. Άπλωσε το χέρι, πήρε το νόμισμα εμπιστοσύνης και επέμενε στο νεύμα του..
"Παίζω", είπε ο Γεράκος και βγήκε από τα μπαλωμένα του ρούχα, από τις βαθιές του Σκέψεις, από την αποΜΟΝΟΣη κι έμεινε μ' ένα σορτσάκι παιδικών χρόνων στην Αλάνα μιας ανώνυμης οδού, όπου δεν χρειαζόταν να συστηθείς για να γίνεις φίλος και κατανόησε πως πάντα αξίζει  να 'χεις το χέρι απλωμένο, γιατί όλο κι ένα Παιδί θα βρεθεί να σου αρπάξει το νόμισμα εμπιστοσύνης που κρατάς στην παλάμη σου... μέσα σ' έναν κόσμο που αμετανόητος πουλιέται κι αγοράζεται...











Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ώρα ν' αλλάξεις στάση προς τη Ζωή...

Ανθρωπάκο μικροσκοπικέ κι ασήμαντε, φυσικά και έχει μεγάλη σημασία να το ακούσεις αυτό και να πάρεις θέση. Γιατί η στάση μας προς τη Ζωή είναι που, από μικροσκοπικούς κι ασήμαντους, μάς κάνει Ικανούς ν' αλλάξουμε τον Κόσμο...
Η στάση μας προς τη Ζωή.... ποτέ τα λόγια... λόγια... λόγια... λόγια...






Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

~'Αμυνα~



{η φωτογραφία δανεική από εδώ:
 http://pulpfactor.com/art/1797/death-and-surrealism/}


Τυλιγμένη γύρω από τον αφαλό
με τα πόδια μου αγκαλιά
μην με βρουν οι εφιάλτες.

Ο Εαυτός ξεπηδά απ' τ' όνειρο
και με τραβά από το κεφάλι
να γεννηθώ.

Στο κλάμα μου μέσα
του δαγκώνω τα χέρια.
"Δε γεννιέμαι...
Δεν..."

Ούτε ο Θάνατος
ούτε η Ζωή τριγύρω
να με υπερασπιστούν.

Νεκρή,
ηττημένη,
γεννιέμαι
κι επιζώ...




Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Έξω, στη Ζωή...


Ήμουν καλή σε κάθε είδους Ποίηση. Προσποίηση. Παραποίηση. Εκποίηση. Ενεργοποίηση. Απενεργοποίηση. Μα μόνιμα μου διέφευγε η Πραγματοποίηση. Άμεσα συνυφασμένη με τη Ζωή,  και να απαιτεί ικανό συνεργό. Συμπέρασμα: μου έλειπε ο Συνεργός, την ώρα  που είχα έτοιμες όλες τις μακέτες υλοποίησης στο μυαλό μου.

Είχα προσποιηθεί επιτυχώς όλους τους αναλώσιμους Εαυτούς μου.
Είχα παραποιήσει όλα τα στοιχεία της προηγούμενης Ζωής μου.
Είχα προβεί ήδη σε εκποίηση των αντικειμένων της Αθωότητάς μου σ' ένα second hand bazaar στο ισόγειο της Κατάρρευσής μου.
Είχα ενεργοποιήσει όλα μου τα συστήματα ασφαλείας, ώστε να μην πλησιάσουν περίεργοι και περαστικοί το υπόγειο κάστρο μου τις ώρες που γράφω, αυτοκτονώ ή χορεύω.
Είχα απενεργοποιήσει το διαισθητικό μου GPS για να χάνομαι στους διαδρόμους του μυαλού μου.
Το μόνο που δεν είχα καταφέρει ήταν όλη αυτή την Ποίηση να την κάνω... Ζωή!

Καθόμουν αρκετή ώρα παιδικού χρόνου στην άκρη μιας ρίμας. Σκεφτόμουν "Να πέσω ή να μην πέσω;" Μισόχτιστο έστεκε το Ποίημα και η Ζωή μου. Δεν έπεσα. Δειλή! Ποτέ δεν ανακάλυψα το βάθος της Απόγνωσης. Οι σκιές με κρατούσαν στο Χορό και παίζαμε μαζί το "Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει" και το "Δεν περνάς κυρά Μαρία".
Όλες οι Γυναίκες έχουν μέσα τους μία Μαρία και μία Ελένη.

Έμενα δεμένη στο υπόγειο, σ' έναν ακίνητο χορό, αφήνοντας πού και πού το σώμα μου να κυκλοφορεί στην πόλη. Άρχισα να υφαίνω και να πλέκω. Στην ακινητοΠοίηση σκαρφίζεσαι τρόπους να σκοτώνεις το χρόνο, πριν σε βαλσαμώσει ο Θάνατος. Ανακάλυψα την Πηνελόπη μέσα μου. Ορφανή από Οδυσσέα. Τί τραγωδία! Να κεντάς φλέβες, να πλέκεις μαλλιά, να υφαίνεις στίχους, χωρίς έναν Οδυσσέα στην άλλη άκρη του ωκεαΝού σου!... και οι αρουραίοι να μιλούν τη διάλεκτο των Μνηστήρων αποσκοπώντας να ροκανίσουν το Σώμα σου!... Ω Δία!... πόσο ήθελα να υπήρχες και να έβαζες τάξη σ' αυτή την αδικία. Προσπάθησα τόσο να δικαιώσω τον στίχο, μα κυνηγήθηκα άγρια από τις Προχειρότητες. Κρύφτηκα. Αρνήθηκα δοσοληψίες. Με κατηγόρησαν για υπεροψία. Με έσυραν ενώπιον του Παιδικού Εαυτού μου. Δεν σήκωσα τα μάτια. Δεν... Κρίθηκα ένοχη... Μου στέρησαν την Είσοδο στη χώρα των ΥλοΠοιήσεων. Κατέρρευσα αγκαλιά με τις λιπόθυμες κυριολεξίες μου...

Πέρασα χρόνια σ' αυτή τη φυλακή. Κλεισμένη μέσα σε έναν τετραγωνισμένο κύκλο επαναλαμβανόμενης Ποίησης. Οι τοίχοι γεμάτοι στίχους.  Τα κελιά γεμάτα εγκλωβισμένους ανθρώπους με το σύνδρομο του Ποιητή. Νέο είδος ψυχωτικής ασθένειας. Κανείς δεν ήταν Ναπολέων. Όλοι ήταν Έλιοτ, Νερούδα, Ελύτης, Πλαθ, Σέξτον, Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Πολυδούρη, Σαπφώ, άντε ίσως και Γώγου, ή λίγο Άσιμος. Ήμουν κι εγώ μία τρύπια σκιά, πυροβολημένη από τα σκάγια του αθόρυβου σκοπευτή Εαυτού μου, που με κυνηγούσε στους εφιάλτες μου.

Πέρασα χρόνια σ' αυτή τη φυλακή, αυτού του στίχου.. Ήρθε ένα πρωί ο Δεσμοφύλακας και μου ανήγγειλε πως άλλαξε ο Νόμος και δικαιούμαι επανεξέταση. Το αίτημα προωθήθηκε αυτόκλητα και δικαιώθηκε. Αύριο το πρωί θα μουν ελεύθερη. Έξω από τον στίχο..

Πρωί?
Ποιο πρωί?...
Ποιανού χρόΝου?...

Μ' έπιασε μία Άρνηση. "Δε θέλω! Δεν θέλω να βγω! Καλά είμαι εδώ. Ξέρω να επιβιώνω μέσα στη Φαντασία. Μην με πετάτε στη Ζωή. Εκεί όλοι μου οι ήρωες πεθαίνουν. Εδώ θέλω να μείνω... Εδώ.... Εδώ.... Εδώ...."
Μέσα στα κλάματα αποκοιμήθηκα...

Ήρθε το Πρωί.
Ξύπνησα στο Δρόμο. Φτωχή. Πάμφτωχη. Με διαγραμμένο όλο τον προηγούμενο βίο των Ποιημάτων. Δακρυσμένη ακόμα. Διχασμένη, σαν η Ψυχή  να κινά για τις Αλήθειες και το Σώμα να αποζητά την ανάπηρη ακινησία του κελιού του...

Τρομαγμένη άρχισα να σκάβω το λίγο χώμα ανάμεσα στο τσιμέντο. Δέκα εκατοστά. Συνέχισα. Μισό μέτρο. Καλά είναι. Φύτεψα τα πόδια μου. Να βγάλω ρίζες. Να απλώσω κλαδιά. Να γίνω δέντρο, μπας και στο τετράδιο μιας Άνοιξης γίνω στίχος μιας Δικαίωσης.. Η Ζωή γελούσε. Ξεκαρδιζόταν. Με είχε στο κέντρο της Σκηνής και παρακολουθούσε τις αξιοθρήνητες επινοήσεις μου... Την πήρα χαμπάρι όταν με όλο το Ανάστημά της σηκώθηκε από τον εξώστη.

Εκεί ξεκίνησε ο μονόλογός μου:
Τόσα χρόνια κι ακόμα να μεγαλώσω. Ξέρω. Χρειάζομαι Φύλακα. Όχι σωματοφύλακα. Η Ψυχή μου κινδυνεύει. Συντηρώ μία αυτοκαταστροφή μέσα μου, που με τρώει. Χρειάζομαι έναν Φύλακα να με προστατεύσει από μένα, από τον Νου που σκηνοθετεί, από το χέρι μου που γράφει, από τους κομπάρσους Εαυτούς μου που με ζηλεύουν. Ειδικά τώρα που η Απόφαση ορίζει να ζήσω έξω από τα Ποιήματα, μέσα στη Ζωή...

Άκουσα την πόρτα πίσω μου ν' ανοίγει. Μπήκε στη Σκηνή της Ζωή μου ο Συνεργός... Εκείνος που έχει την Δύναμη να αλλάξει την κατεύθυνση της Χορογραφίας μου και να με συνοδεύσει έξω,  στη Ζωή...







Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Βασανιστική ερώτηση...






Πώς γίνεται
ο απαλός χορός 
του καλοκαιρινού ανέμου
να εγκλωβίζει
με σαδιστικό ελιγμό
σε βασανιστική ακινησία
τα φύλλα
στερώντας τους το δικαίωμα
να ολοκληρώσουν τον κύκλο
της... πτώσης τους?...




Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Περί Ορέξεως...




Ο ταβερνιάρης στρώνει τραπεζομάντηλα μιας χρήσης
όπως είναι κι οι ζωές μας
πνίγει στη σάλτσα τις κραυγές των σφαγιασμένων ζώων
κι ετοιμάζει τα συνοδευτικά και τις σαλάτες
τρώγοντας τον σερβιτόρο του, 
που δουλεύει ανασφάλιστος.

Οι άποροι παρελαύνουν με σκυμμένα κεφάλια
στα δωρεάν γεύματα αγάπης της εκκλησίας.
Οι παπάδες πιστοί στις νηστείες 
ράβουν ράσα XXL αποθηκεύοντας τροφή εις το σαρκίο τους
μην τυχόν κι έρθει στα πράγματα η Αριστερά
και φέρει νέα κατοχή για τους Δεξιόφρονες.

Η γειτονιά ανενόχλητη από την παγκόσμια πείνα
μοσχομυρίζει  φρεσκομαγειρεμένο φαγητό
της καλής νοικοκυράς με το πεκινουά,
καθώς η μετανάστρια ψάχνει στον κάδο απορριμάτων
και ένα αδέσποτο σκυλί πεθαίνει από δίψα
προσβάλλοντας με δυσωδία το παρκάκι των ερωτευμένων
που χορταίνουν με ... αγάπη.

Η μαμά με το πιάτο στο χέρι 
απειλεί την μικρή της κόρη να καταπιεί το αυγό
η απειλή γίνεται δωροδοκία με σοκοφρέτα.
Η μικρή κάνει πως τρώει το παραμύθι 
και εντέχνως εμπαίζει τη μαμά,
την ώρα που στο ρετιρέ της οικοδομής
η δεκαοχτάχρονη μούσα του διάσημου φωτογράφου
με ερωτισμό ξερνάει το λιτό μεσημεριανό της
τρώγοντας τα νύχια της χαμένης αυτοκυριαρχίας της.

Οι νάρκισσοι των γυμναστηρίων 
μπουκώνουν με συμπληρώματα διατροφής
το συνεργάσιμο σώμα/στόμα τους
και σερβίρονται οι ίδιοι προς φάγωμα
στις πασαρέλες της νύχτας
παλεύοντας να χορτάσουν την ακόρεστη αυταρέσκειά τους.

Οι διαδηλωτές τρώνε ξύλο 
και οι εργαζόμενοι τρώγονται από τους μεγαλοκαρχαρίες
με την Κυβέρνηση να πληρώνει πάντα τον λογαριασμό
στα λουκούλλεια γεύματα των φραγκάτων χορηγών του Κράτους.

Η οικοδέσποινα
μαγειρεύει ασυνάρτητους γευστικούς σαρκασμούς
για να χορτάσει το "φάτε μάτια ψάρια"
των αναγνωστών
και ως γνωστόν
με όσα έχει δει,
από πεποίθηση 
δεν τρώει και δεν ... τρώγεται!...
;-)









Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Υποβρύχιος Τρελός...




Απευθύνθηκα στην ΑΕΝ.
Ζήτησα πλοίαρχο.
Το μπαλκόνι μου ακυβέρνητο
κάνει μανούβρες
πάνω από τα κεφάλια των περαστικών
και προκαλεί ναυτία στις ορτανσίες.
Απέρριψαν το αίτημα
με διαδικαστική σοβαροφάνεια.
Έβαλα αγγελία.
Πριν δημοσιευτεί
εμφανίστηκε στην πόρτα μου
ένας υποβρύχιος Τρελός
με σκαλισμένες άγκυρες, γοργόνες
και τυφώνες στο κορμί του.
Βγήκε στο μπαλκόνι.
Ξήλωσε απ' το στήθος του ένα κατάρτι
το στερέωσε στα κάγκελα.
Έκοψε τετραγωνισμένα ένα κομμάτι Σκέψης μου,
που μόνιμα ανεμίζει,
το 'δεσε πανί.
Σαν αγριεύει μέσα μου ο καιρός
ρίχνει την άγκυρα απ' το μπράτσο του
στ' απέναντι πεζοδρόμιο
και πιάνουμε νησί απ' το πουθενά.
Απ' τη στιγμή που εμφανίστηκε
κοιμάμαι μ' ασφάλεια
στη σχεδία του μυαλού μου
κι ας μπάζει από παντού νερά.
Πλέον έχουμε όσα χρειάζονται
για να σωθούμε,
ο Ένας τον Άλλο...





Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Νυχτερινό μπάνιο...



Φοβάμαι εδώ
χωρίς φεγγάρι, ούτε φώτα
καταμεσής της πλατείας
σηκώνεται άκαμπτο κύμα
μιας θάλασσας από πλακάκια πεζοδρομίου
γεμάτο νεκρά φύκια, όστρακα και ψάρια
όνειρα ναρκωμένων ανθρώπων.
Βαλσαμωμένοι στα βαθιά
επιπλέουμε
σανίδες, φελλοί, κουφάρια
μπάνιο νυχτερινό.

Το κατάρτι γέρνει προς τη μεριά των κρεμασμένων
και μία θάλασσα από αίμα
μάς τραβά στ΄ανοιχτά.
Σε χάνω,
απομακρύνεσαι μαζί με τους νεκρούς.
Με τσιμπάω
με δαγκώνω
υπάρχω ακόμα κι ας μην νιώθω πόνο.
Ο φόβος μουδιάζει το μυαλό
σαν ακριβό αναισθητικό με δράση ως το θάνατο.

Σε παρακαλώ
πριν ανάψουν τα φώτα
πριν βγει το φεγγάρι
και οι ψαράδες βγουν να αλιεύσουν τα κορμιά μας στ' ανοιχτά
συνέθεσε ένα τραγούδι αυριανής ημέρας
και υπόσχομαι να κολυμπήσω ως την όαση του μυαλού μου
για να μείνω ζωντανή
να προλάβω εκείνο το ξύπνημα στις 7
για μπάνιο πρωινό
μαζί με τους επιζήσαντες και τους αγέννητους..