Το πιο δυνατό κρασί, είναι αυτό που φτιάχνεις με Υπέρβαση Εαυτού. Μία φορά αν μεθύσει ο Νους, δεν επιστρέφει η Ύπαρξη στις νηφαλιότητες.
Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.
Η ευθύνη..
~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014
Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014
Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014
Εξόφληση χρεών...
Κοίτα φίλε μου που ήρθε ο καιρός
όμορφη να ξημερώνεται η ζωή
σαν τίποτε να μην χρειάζεται
πέρα από την ανάσα
και αυτή η ξενιτεμένη μας ύπαρξη
έπαψε να παλινδρομεί
σε γειτονιές επίγειων παιδικών τραυμάτων
σαν ο χρόνος που λέγαμε πως θα περάσει
να 'χει πληρώσει τους φόρους του στο δανεικό Παρόν μας
κι η ευτυχία μοιράζεται πλέον αφειδώς
σε μάς τους φτωχούς
που μ' ένα ψίχουλο προσφοράς
γονιμοποιούμε Πληρότητες.
Κοίτα φίλε μου που στέρεψαν οι ωκεανοί των ποιητών
γιατί περίσσεψε η χαρά στο στόμα των ανθρώπων
δεν γρατζουνιέται η Ψυχή από την Ύλη
και πιο όμορφη είναι πλέον η Ζωή
παρά το ποίημα.
Τρίτη 26 Αυγούστου 2014
Η καλή και η κακιά, Εγώ...
Ρετιρέ. 4ος όροφος. Πτώση. 3ος. 2ος. Ημιόροφος. Ισόγειο. Κλιμακοστάσιο. Θαμμένη.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)
Δεν έχω αυλή να τρέξω όταν μου επιτίθεμαι και με κυνηγάω, σαν άγριος σκύλος, κατοικίδιας φυγής, ως εκεί που τεντώνει το λουρί μου, να ξεφύγω από το αφεντικό μου, που ξεσπάει πάνω μου.
Ξεσπάω.
Καλέ μου δίποδε Εαυτέ πολύ σε τάισα. Καλοθρεμμένος όπως είσαι, ήρθε η ώρα να φαγωθείς. Τρέχουν τα σάλια μου κι εσένα τα δάκρυα. Μας λείπουν τα σιρόπια να γλιστρήσει ο θάνατος να γλιτώσουμε τα έξοδα της κηδείας. Στρώνω τραπέζι. Κάθισε να σε πιάσω.
Κλαις?
Μην κλαις. Είσαι όμορφη όταν κλαις, μα χάνεις την νοστιμιά σου. Αλμυρίζεις πολύ. Γίνεσαι λύσσα. Και μην φωνάζεις, θα μας ακούσουν και θα 'ρχουν να σε σώσουν. Θα μαζευτεί κόσμος, ενώ το δείπνο απόψε είναι για μας τους δυο. Όποιος πέσει πρώτος νεκρός θα φαγωθεί. Τι λες?.. Έλα, αποποιήσου την τόση σου καλοσύνη. Καλέ μου δίποδε Εαυτέ, κινδυνεύεις. Οι δαίμονες του μυαλού μου κρατάνε μαστίγια και ήδη είσαι στριμωγμένος στη γωνιά της Καλοσύνης σου. Μια σταλιά δωμάτιο αυτή η Τόση Καλοσύνη σου, μ' ένα τόσο δα μπαλκονάκι Ανταμοιβής. Δεν έχεις ελπίδα. Πήδα. Σε φτάνω.
10. 9. 8. 7. 6......
Ουρλιάζω. Ορμάω.
Πηδάς. Πέφτεις.
Ρετιρέ. 4ος όροφος. Πτώση. 3ος. 2ος. Ημιόροφος. Ισόγειο. Κλιμακοστάσιο. Θαμμένη.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)
Δεν έχω αυλή να τρέξω. Μου επιτίθεμαι. Με πιάνω. Ξεσπάω. Σπάω. Αντίστροφα μετράω. Είμαι καλά. Δεν είμαι καλά. Είμαι καλή. Είμαι κακιά. Ποτέ δεν ξεφεύγω από τα χέρια μου. Φασαρία, κακό. Μαζεύτηκε κόσμος. Αστυνομία. Έρευνα. Ανακρίσεις. Δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο λαιμός μου γεμάτος. Το σώμα γρατζουνιές. Τα νύχια με αίμα. Ταυτοποίηση. Εγώ, η καλή και η κακιά, εναντίον μου, σε ώρες που εκδικούμαι την τόση μου ευτυχία με βανδαλισμό και αυταπάρνηση, με λεηλασία και ξεριζωμό... Ζωμό... Τί όμορφα το είπες! Πείνασα πάλι... Με κλείσανε στο κελί μου, μα όταν βγω, ετοιμάσου... για σένα θα 'ρθω ξανά... Εγώ η κακιά... Εγώ η καλή... με τις σάρκες μου θρέφομαι, τις σάρκες μου μεγαλώνω κι ας το κελί μου χρόνια τώρα επιμένει στις ίδιες διαστάσεις, του μυαλού μου...
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)
Δεν έχω αυλή να τρέξω όταν μου επιτίθεμαι και με κυνηγάω, σαν άγριος σκύλος, κατοικίδιας φυγής, ως εκεί που τεντώνει το λουρί μου, να ξεφύγω από το αφεντικό μου, που ξεσπάει πάνω μου.
Ξεσπάω.
Καλέ μου δίποδε Εαυτέ πολύ σε τάισα. Καλοθρεμμένος όπως είσαι, ήρθε η ώρα να φαγωθείς. Τρέχουν τα σάλια μου κι εσένα τα δάκρυα. Μας λείπουν τα σιρόπια να γλιστρήσει ο θάνατος να γλιτώσουμε τα έξοδα της κηδείας. Στρώνω τραπέζι. Κάθισε να σε πιάσω.
Κλαις?
Μην κλαις. Είσαι όμορφη όταν κλαις, μα χάνεις την νοστιμιά σου. Αλμυρίζεις πολύ. Γίνεσαι λύσσα. Και μην φωνάζεις, θα μας ακούσουν και θα 'ρχουν να σε σώσουν. Θα μαζευτεί κόσμος, ενώ το δείπνο απόψε είναι για μας τους δυο. Όποιος πέσει πρώτος νεκρός θα φαγωθεί. Τι λες?.. Έλα, αποποιήσου την τόση σου καλοσύνη. Καλέ μου δίποδε Εαυτέ, κινδυνεύεις. Οι δαίμονες του μυαλού μου κρατάνε μαστίγια και ήδη είσαι στριμωγμένος στη γωνιά της Καλοσύνης σου. Μια σταλιά δωμάτιο αυτή η Τόση Καλοσύνη σου, μ' ένα τόσο δα μπαλκονάκι Ανταμοιβής. Δεν έχεις ελπίδα. Πήδα. Σε φτάνω.
10. 9. 8. 7. 6......
Ουρλιάζω. Ορμάω.
Πηδάς. Πέφτεις.
Ρετιρέ. 4ος όροφος. Πτώση. 3ος. 2ος. Ημιόροφος. Ισόγειο. Κλιμακοστάσιο. Θαμμένη.
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP. (συνεχίζει... αντιστέκομαι...)
Δεν έχω αυλή να τρέξω. Μου επιτίθεμαι. Με πιάνω. Ξεσπάω. Σπάω. Αντίστροφα μετράω. Είμαι καλά. Δεν είμαι καλά. Είμαι καλή. Είμαι κακιά. Ποτέ δεν ξεφεύγω από τα χέρια μου. Φασαρία, κακό. Μαζεύτηκε κόσμος. Αστυνομία. Έρευνα. Ανακρίσεις. Δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο λαιμός μου γεμάτος. Το σώμα γρατζουνιές. Τα νύχια με αίμα. Ταυτοποίηση. Εγώ, η καλή και η κακιά, εναντίον μου, σε ώρες που εκδικούμαι την τόση μου ευτυχία με βανδαλισμό και αυταπάρνηση, με λεηλασία και ξεριζωμό... Ζωμό... Τί όμορφα το είπες! Πείνασα πάλι... Με κλείσανε στο κελί μου, μα όταν βγω, ετοιμάσου... για σένα θα 'ρθω ξανά... Εγώ η κακιά... Εγώ η καλή... με τις σάρκες μου θρέφομαι, τις σάρκες μου μεγαλώνω κι ας το κελί μου χρόνια τώρα επιμένει στις ίδιες διαστάσεις, του μυαλού μου...
40 τετραγωνικά. 30. 20. 5. Πνίγομαι. STOP.
Κυριακή 24 Αυγούστου 2014
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014
Γεράκος Νο7
Η διάγνωση πάντα ίδια. Πώς περιμένεις κάτι νέο να πω? Ο κόσμος καρκινοπαθής στο τελευταίο του στάδιο. Με τσέπες πολυτελείας που του είναι άχρηστες, τόσο όσο οι καλυμμένες υπέρογκες επιταγές στο κισσέ του θανάτου. Με σώμα παραδομένο ήδη στους ψαλμούς νεκρικής ακολουθίας πάσης φύσεως θρησκειών. Με τον παγκόσμιο Νου εξαρτημένο κι ανίκανο ν' αντισταθεί σε ένα ακόμη τσιγάρο με νικοτίνη διαφθοράς και πίσσα εθελοτυφλίας. Με ογκώδη φάκελο παραβιασμένου ιατρικού απορρήτου.
Εγώ?
Τι με κοιτάς?
Ούτε νοσοκόμα είμαι. Ούτε γιατρός. Επισκέπτρια είμαι από το συγγενικό περιβάλλον που κληρονόμησα το επιρρεπές γονίδιο και ξέρω από τί θα πεθάνω.
Η διάγνωση πάντα ίδια και μόνη μου ελπίδα εκείνος ο εξ αγχιστείας Παππούς που έρχεται στον ύπνο μου και προσπαθεί να μου μάθει να ξεχωρίζω, σ' έναν κόσμο που μας μαθαίνει ίδιοι να γινόμαστε, κοινοί κι απρόσωποι, μέσα σε έναν θάλαμο άρρωστης ισότητας που θερίζει τα κεφάλια που ξεχωρίζουν.
Γεράκος Νο6
Μόνος του όλα. Λερώνει, πλένει, απλώνει, σιδερώνει, κυκλοφορεί. Μπλούζες, πουκάμισα και σακάκια με κομμένα μανίκια και ραμμένες οι τρύπες. Μην βγαίνουν τα χέρια. Φράγματα από γαζί που εμποδίζουν κάθε είδους δοσοληψία με τούτο τον κόσμο. Τα μάτια κλείναν. Ευτυχώς, αποφεύχθηκε η ραφή. Όταν οι εικόνες μύριζαν αποσύνθεση, έκλεινε τα βλέφαρα, έκανε μεταβολή και αποσυρόταν στο πίσω μέρος του μυαλού του.
..αποΜΟΝΟΣη..
Το μόνο που πρόδιδε την ευαισθησία του στη συντροφικότητα ήταν τα πουλιά. Τα πουλιά που ράμφιζαν τα αόρατα που τους πετούσε ψίχουλα και τον ακολουθούσαν πιστά στον καθιερωμένο του περίπατο στο προαύλιο της σακατεμένης ζωής των ανθρώπων, μαζεύοντας τα σπάνια νομίσματα εμπιστοσύνης που έβρισκε στο δρόμο. Πολύ σπάνια πια.Υπάρχουν ζητιάνοι πολυτελείας σου λέω. Όχι οι αγύρτες που παραμυθιάζουν τον κόσμο και του αποσπούν ψιλά κρύβοντας περιουσίες μέσα στα σάπια στρώματα, όπου κοιμίζουν την ξαγρύπνια τους ... μα Εκείνοι που διασχίζουν τις νέας αρχιτεκτονικής γειτονιές με βήμα και βλέμμα πλούσιας μοναχικότητας, που ποτέ δεν νιώθουν μόνοι, ούτε φτωχοί, που λυπούνται τους πεινασμένους ανθρώπους με τους χαρτοφύλακες και τα στερημένα παιδιά από αγάπη, που τα 'χουν όλα, εκτός από τ' αυτονόητα.
Περπάτησε από την πλατεία Αγίου Δημητρίου ως το σούρουπο, διέσχισε τα έτη 1925 ως σήμερα. Ξεκίνησε ποτισμένος με τις διδαχές του παλιού σχολείου, τερμάτισε αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος. Στο ρέμα Πικροδάφνης έσκισε την αριστερή ραφή του σακακιού του και κάρφωσε στο εσωτερικό της παλάμης του μία αιχμηρή Μνήμη. Ένωσε το πικρό του αίμα με το ρέμα. Θυμήθηκε πως πέρασαν εποχές που οι άνθρωποι ήταν γλυκοαίματοι. Αγαπιόντουσαν αυθόρμητα για στιγμές αιώνιες.
Μισούσε αυτή τη Γυναίκα. Την Μνήμη. Όπως όλες οι Γυναίκες της ζωής του, τον αγάπησε πολύ και ήταν από τις λίγες που δεν έπαψαν να τον επισκέπτονται ακόμη και στις πιο βαθιές μοναξιές του. Ήταν αυτή που ήξερε τ' αδύναμα σημεία του. Όταν τον αγρίευε, Εκείνος δε δίσταζε να οπλιστεί με ακονισμένα βλέμματα και να αμυνθεί μέχρι θανάτου.
Τον Θάνατο τον είχε από κοντά, έτσι κι αλλιώς. Τον θεωρούσε σύμμαχο, ήταν κι αυτός αμίλητος, άθεος και μισάνθρωπος.
Έσκυψε και ήπιε λίγο αφέψημα Πικροδάφνης. Το πικρό νερό που πίνει πλέον ο κόσμος, όταν διψά. Άνοιξε την ματωμένη παλάμη και επεξεργάστηκε το μοναδικό νόμισμα εμπιστοσύνης που είχε πλέον στην κατοχή του. Μειδίασε προς το είδωλό του στο νερό και ξήλωσε την δεξιά ραφή. Ζύγισε ως δεξιόχειρας το νόμισμα, σαν βότσαλο, στο χέρι. Έκλεισε το αριστερό του μάτι και με το δεξί κοίταξε, από μία αόρατη διόπτρα, την Ματαιοδοξία του Κόσμου που άνθιζε παρόχθια του ρέματος. Διαισθάνθηκε την ιερόσυλη επιθυμία του ανθρώπου να μπαζώσει το ρέμα και να χτίσει αυθαίρετες ζωές. Ένιωσε πάλι εκείνη την καούρα στο στομάχι. "Πάνω από το πτώμα μου" σκέφτηκε και πέταξε το νόμισμα σαν βότσαλο να κάνει τρεις ελιγμούς στο πικρό νερό. Είδε το αίμα του να κάνει ομόκεντρους κύκλους, να σκάει στα θεμέλια των πολυκατοικιών, στις πυλωτές των αστέγων και να μεταγγίζεται σ' ένα Αλάνι που είχε σταματήσει το σχολείο και τόση ώρα τον παρατηρούσε ενδελεχώς.
"Γεράκο, πάψε ν' ασχολείσαι μαζί τους. Ξοφλημένοι είναι. Βγες έξω από το μπαλωμένο σακάκι σου να παίξουμε..." είπε ο μικρός...
Ο Γεράκος πλησίαζε σοφός προς το σούρουπο.
Σκέφτηκε να πει κάτι βαθύ, αλληγορικό, κοφτό, αντρίκιο και ταυτόχρονα απλό για να το κατανοήσει ο μάγκας πιτσιρίκος που παρείσδυσε με θράσος στον κόσμο του...
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Ο πιτσιρίκος είχε πέσει στο ρέμα, δάγκωσε άγρια την παλάμη του, έσταξε γλυκό αίμα στο νερό. Άπλωσε το χέρι, πήρε το νόμισμα εμπιστοσύνης και επέμενε στο νεύμα του..
"Παίζω", είπε ο Γεράκος και βγήκε από τα μπαλωμένα του ρούχα, από τις βαθιές του Σκέψεις, από την αποΜΟΝΟΣη κι έμεινε μ' ένα σορτσάκι παιδικών χρόνων στην Αλάνα μιας ανώνυμης οδού, όπου δεν χρειαζόταν να συστηθείς για να γίνεις φίλος και κατανόησε πως πάντα αξίζει να 'χεις το χέρι απλωμένο, γιατί όλο κι ένα Παιδί θα βρεθεί να σου αρπάξει το νόμισμα εμπιστοσύνης που κρατάς στην παλάμη σου... μέσα σ' έναν κόσμο που αμετανόητος πουλιέται κι αγοράζεται...
Τρίτη 19 Αυγούστου 2014
Ώρα ν' αλλάξεις στάση προς τη Ζωή...
Ανθρωπάκο μικροσκοπικέ κι ασήμαντε, φυσικά και έχει μεγάλη σημασία να το ακούσεις αυτό και να πάρεις θέση. Γιατί η στάση μας προς τη Ζωή είναι που, από μικροσκοπικούς κι ασήμαντους, μάς κάνει Ικανούς ν' αλλάξουμε τον Κόσμο...
Η στάση μας προς τη Ζωή.... ποτέ τα λόγια... λόγια... λόγια... λόγια...
Η στάση μας προς τη Ζωή.... ποτέ τα λόγια... λόγια... λόγια... λόγια...
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014
~'Αμυνα~
{η φωτογραφία δανεική από εδώ:
http://pulpfactor.com/art/1797/death-and-surrealism/}
Τυλιγμένη γύρω από τον αφαλό
με τα πόδια μου αγκαλιά
μην με βρουν οι εφιάλτες.
Ο Εαυτός ξεπηδά απ' τ' όνειρο
και με τραβά από το κεφάλι
να γεννηθώ.
Στο κλάμα μου μέσα
του δαγκώνω τα χέρια.
"Δε γεννιέμαι...
Δεν..."
Ούτε ο Θάνατος
ούτε η Ζωή τριγύρω
να με υπερασπιστούν.
Νεκρή,
ηττημένη,
γεννιέμαι
κι επιζώ...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








