Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Κατάδικη



Τις μισώ τις μέρες.
Ούτε ένα αστέρι
να κρεμάσω το σκοινί
και μες στο τόσο φως
κατάδικη
σέρνω τη θηλιά του πνιγμού μου
στο φούρνο, στο μανάβη, στο σχολείο, στο στίχο
ανίκανη να ολοκληρώσω
έστω έναν ποιητικό θάνατο
από κείνους που καταθέτουν
μία ακόμη δόση υπεραξίας
στη ζωή.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Έμβασμα εσωτερικού


The photo is falling right here:
http://www.deviantart.com/art/Falling-into-445908370



Εσύ στην τράπεζα.
Εγώ στο τραπεζάκι.
Οι τράπεζες κλειστές
μα εισέρχεσαι.
Το μπαλκονάκι ανοιχτό
πέφτω.

Υπογράφεις ψηφιακά
μεταφέρεις μακρόσυρτα 
ποσά λογαριασμού.

Υπό. Γράφω αυτοκτονικά
μεταφέρω αργόσυρτα
πυρομαχικά εαυτού.

Έμβασμα εσωτερικού
γεμάτες τράπεζες
άδειες αγκαλιές.

Κάνω έκκληση για
ανθρωπιστική βοήθεια.
Ο εαυτός κλειστός
μα εισέρχεσαι.
Το μπαλκονάκι ανοιχτό
πέφτω.

Μεταφορά επιτυχής.





Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Βουβή μαθήτρια



-Πώς διαπιστώνουμε την ευνοϊκή πολιτική του Κωνσταντίνου του Ά  προς τους Χριστιανούς;  επέμενε ο καθηγητής.

Κουνώντας το κεφάλι της με επίμονη άρνηση, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις του καθηγητή ιστορίας μ’  ένα «Δεν ξέρω» στη νοηματική. Αυτός όφειλε να παραδώσει βαθμολογία τριμήνου και επέμενε με μία επιφανειακή φιλευσπλαχνία, μήπως κι αποσπάσει μία σωστή απάντηση από τη μαθήτρια για να μπορεί να δικαιολογήσει το 12 του ελέγχου. Τελικά κατέληξε στο 10. Βάση. Δεν είναι βάση. Είναι ο βατήρας πάνω από έναν άγριο ωκεανό που από μεγάλο ύψος συνθλίβει αδίστακτα την 14χρονη, η οποία αντέχει κι επιβιώνει, προς έκπληξη όλων, χωρίς να φωνάξει «βοήθεια». Οι πραγματικοί υπερήρωες δεν χωράνε μέσα στα βιβλία ιστορίας, ούτε στα κόμικς, μόνο στη ζωή.

«Προβληματική Οικογένεια» είναι το πρώτο στοιχείο που συνοδεύει το  μαθητικό φάκελό της. Το πώς και το γιατί πάντα μένουν αναπάντητα ως το τέλος της ζωής. Άθελά του ο άνθρωπος κολυμπά στην κοίτη του ποταμού που του αναλογεί. Οι βαθιές ψυχές αντιστοιχούν σε αγριεμένα και απύθμενα ποτάμια. Η Χρυσούλα σμιλευόταν έτσι. Άνθρωπος βαθιάς ψυχής και απύθμενης δύναμης, παρόλο που όλοι την σκιαγραφούσαν ως ασθενική και εκ πεποιθήσεως ανάπηρη. Τα χέρια της είχαν μία ηθελημένη ακινησία που την ενεργοποιούσε στο χώρο του σχολείου. Σαν να μην ήθελε ν’ αγγίξει τίποτε. Οι φωνητικές της χορδές σε μόνιμη αχρηστία. Ούτε η βαθιά ανάσα της είχε, έστω, μία ελάχιστη χροιά φωνής. Ούτε στο σχολείο, ούτε στο σπίτι. Μία προσποιητή βαρηκοΐα βόλευε την αδιαφορία που έδειχνε προς όλους και όλα. Έμοιαζε μονίμως απούσα. Αθόρυβη και πού και πού διάφανη. Στο πρόσωπό της, όμως, φορούσε δύο ανακριτικά μάτια. Όση αναπηρία υιοθετούσε στο υπόλοιπο κορμί της, την αντιστάθμιζε με διείσδυση στα δυο της μάτια, που είχαν την υπομονή της παρατήρησης, την ικανότητα συνδυαστικής καταγραφής και τη δύναμη της σιωπής. Κανείς δεν τα ‘χε διαβάσει ποτέ.

Στο σχόλασμα πάντα την ακολουθούσαν  τ’ αδέσποτα σκυλιά που συχνάζουν στο προαύλιο του σχολείου, περιμένοντας μία μπουκιά από το κολατσιό των παιδιών. Σαν να την θεωρούν μία από την αγέλη. Δεν έχουν κι άδικο. Αν υπήρχαν αδέσποτα παιδιά, η Χρυσούλα θα ήταν ένα από αυτά, ελλείψει ουσιαστικής επίβλεψης και γονικής παρουσίας. Μεγάλωνε με τον υπερήλικο παππού –πόσο δύστροποι γίνονται οι άνθρωποι σαν περνούν τα χρόνια!- που πιο πολύ χρειαζόταν την ανάγκη της, παρά μπορούσε να τη βοηθήσει και έτσι ενηλικιώθηκε πριν καν μπει στην εφηβεία της. Οι συνθήκες σε ενηλικιώνουν, όχι τα χρόνια. Κάποιες φορές, όταν το καθετί φάνταζε δυσβάσταχτο, έσκαβε διέξοδο φυγής και συναντούσε όλα όσα της λείπουν κι όσα δε γνώρισε ποτέ.

Έφευγε χωρίς να ειδοποιήσει ποτέ κανέναν. Είτε από το σπίτι, είτε από το σχολείο. Έκλεινε τα μάτια, άνοιγε το παράθυρο και το σκαγε, όπως το σκάνε τα όνειρα από το φεγγίτη της ζωής, όταν η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή για να τη ζεις. Συναντούσε την παιδικότητά της, την μητέρα της και βουτούσε ολόκληρη σε μία ζωή που δεν έζησε. Της μιλούσε ώρες και έπλαθε απαντήσεις στο διάλογο. Εκείνο το απόγευμα της διηγήθηκε μ’ ένα παράπονο το περιστατικό με τον καθηγητή ιστορίας.

-Τι να του απαντούσα; Πες μου τι; Επέμενε στο «Πώς διαπιστώνουμε την ευνοϊκή πολιτική του Κωνσταντίνου του Ά  προς τους Χριστιανούς;» Και ο αντίλαλος των λέξεων με στοίχειωσε «Ευνοϊκή πολιτική….. Χριστιανούς… Χριστιανούς… Χριστιανούς….».  Ο Κωνταντίνος ο Ά φέρθηκε ευνοϊκά στους Χριστιανούς. Ήταν δεδομένο. Κι εγώ ήθελα απλά να του πω πως στην δική μου ιστορία νιώθω ότι ο Θεός δε φέρθηκε καθόλου ευνοϊκά σε μένα. Με ανέβασε σε ένα ψηλό βατήρα, πάνω από έναν ανθρωποφάγο ωκεανό και άφησε τον  άγριο άνεμο να με ρίξει με δύναμη στα κύματα. Πάλεψα πολύ να επιβιώσω. Παλεύω ακόμη. Και εκεί που έμαθα να ανασαίνω και κάτω από το νερό, να γίνομαι αμφίβιο, εμφανίστηκες εσύ κύριε καθηγητά, σαν ψαράς με αγκίστρι. Κάρφωσες ένα δόλωμα στην άκρη και το πλησίασες στο πεινασμένο στόμα μου, στην πεινασμένη για ανθρωπιά ψυχή μου. Όταν ήμουν πιο μικρή είχα διακρίνει στον δάσκαλό του δημοτικού κάποια χαρακτηριστικά που έχουν οι γονείς και οι κηδεμόνες.  Αληθινό ενδιαφέρον, επιμονή, υπομονή, αφοσίωση. Στο γυμνάσιο οι καθηγητές, απρόσωποι, είναι απλά καλοί στη δουλειά τους. Ο μαθηματικός διδάσκει μαθηματικά. Ο φιλόλογος αρχαία, ιστορία. Ο φυσικός φυσική κτλ. Δεν το δαγκώνω το δόλωμα της επιφανειακής φιλευσπλαχνίας πια! Δεν το δαγκώνω. Προτιμώ να μείνω στην ίδια τάξη. Δεν  θέλω άλλη φιλανθρωπία που διαρκεί 5 λεπτά από την ώρα της εξέτασης. Έχω ανάγκη από έναν άνθρωπο. Ακούτε; Ουρλιάζω, μα δεν μ’ ακούει κανείς. Και σκέφτομαι μήπως εσείς είστε ανάπηροι, κουφοί, ανίκανοι και βολεμένοι άνθρωποι που βγάζετε το μεροκάματο πάνω στο δύσκολο πάζλ της ψυχής μου. Εγώ είμαι εδώ, παλεύω κι αντέχω μέρα με τη μέρα. Και γράφω ιστορία. Δεν διαβάζω. Γράφω. Ηθελημένα ή μη.

Ο φεγγίτης έκλεισε. Το όνειρο επέστρεψε στο δωμάτιο. Η Χρυσούλα εξαντλημένη από την εξομολόγηση -πάντα κουράζουν οι σκληρές αλήθειες- αποκοιμήθηκε. Το όνειρο ζωής πάντα επέστρεφε στον ύπνο της. Μητρική αγκαλιά. Τίποτε άλλο. Αυτό μόνο.

Το επόμενο πρωί, πάλι σχολείο. Σ’ αυτήν κοινωνία, σ’ αυτήν την τάξη δε χωρούν ΑΜΕΑ. Η Χρυσούλα το ήξερε καλά. Δεν είναι ρατσισμός. Απλά οι καθηγητές δεν είναι εξειδικευμένοι να προσφέρουν εκπαίδευση σε βουβά και κακοποιημένα από τη πραγματικότητα παιδιά με φλύαρη ψυχή. Η βουβή μαθήτρια χαριστικά προβιβάζεται από τάξη σε τάξη, χωρίς ποτέ να εξετάσει κανείς γιατί δεν μπορεί να μιλήσει. Γράφει όμως. Πού και πού άρει την ακινησία των χεριών της και συμπληρώνει κάποιες απαντήσεις στα διαγωνίσματα, κυρίως της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πέρσι, στην Ά γυμνασίου, μέσα σε μία διασταύρωση κειμένων και ζωής γνώρισε τον Κωνσταντή της Λίτσας Ψαραύτη.  Ένιωσε πως μοιάζουν. Οι άνθρωποι που έχουν κοινές συναισθηματικές εμπειρίες έλκονται. Είχε κι αυτή ένα χέρι βιοπαλαιστή απλωμένο κι ας μην το έβλεπε κανείς. Σ’ αυτό το διαγώνισμα εξέπληξε τους πάντες. Απάντησε, αν και λιτά, με ακρίβεια κι ευστοχία σε όλες τις ερωτήσεις.

Στη Συνέλευση των καθηγητών για κείνο το τρίμηνο θίχτηκε το θέμα της, μα του αφιερώθηκε ένα δεκάλεπτο, όσο αναλογούσε σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπου οι καθηγητές περιορίζονταν σε διαπιστώσεις, νιώθοντας ανίκανοι να προσφέρουν κάτι παραπάνω, εξάλλου όπως έλεγαν «Δεν είμαστε ψυχολόγοι, ούτε κοινωνικοί λειτουργοί. Αν μία λάθος προσέγγιση προξενήσει περισσότερο κακό στην ψυχολογία της μαθήτριας, τότε ποιος θα αναλάβει την ευθύνη;». Ήταν δύσκολη περίοδος για ευθύνες. Όπως είναι πάντα. Υπήρχε πλέον και το καθεστώς της αξιολόγησης, όπου ο καθένας πάλευε να είναι άριστος σε ό,τι του αναλογεί και ταυτόχρονα να μην αναλαμβάνει ό,τι μπορεί ν’ αποφύγει. Έτσι σ’ ολόκληρη την σχολική κοινότητα, σ’ ολόκληρη την κλειστή κοινωνία της επαρχιακής πόλης, σ’ ολόκληρο τον κόσμο -όπως φαινόταν στα μάτια της μικρής- δεν υπήρχε κανείς που να αναλάβει την ευθύνη της.

Την επόμενη μέρα παρακάλεσε την Διευθύντρια να της δώσει τον έλεγχο προόδου γιατί ο παππούς ήταν αδύνατο να βγει από το σπίτι. Η Διευθύντρια ανταποκρίθηκε. Δεκέμβρης. Τα χέρια της ήταν παγωμένα.11 3/16. Χωρίς να πει κουβέντα, 11 3/16. Μοιάζει με υποθερμική θερμοκρασία ενός παιδιού σε χειμέρια νάρκη. Μειδίασε.

Εκείνο το βράδυ έκλεινε ένα χρόνο επίσημης καταγραφής. Αποφάσισε να κάνει απολογισμό. Έβγαλε πάνω στο κρεβάτι της τις σημειώσεις που αφορούσαν τη συμπεριφορά όλων των ενηλίκων που εμφανίζονταν, έστω και σποραδικά, στη ζωή της. Τους αρχειοθέτησε, τους ομαδοποίησε, τους μελέτησε. Κανείς δεν κατείχε ικανότητες επίλυσης δύσκολων προβλημάτων ζωής. Τους απέρριψε όλους, έναν έναν. Πήγε να βουρκώσει, μα συγκρατήθηκε. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τον  καθρέφτη. Η μοναχικότητά της προσωποποιημένη καθόταν οκλαδόν στο κιλίμι. Απευθύνθηκε στον εαυτό της:

«Είμαστε μόνες. Εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα. Η μόνη μας διέξοδος είναι να σε υιοθετήσω και να με υιοθετήσεις. Αν δέχεσαι κλείσε μου το μάτι.»
Το είδωλο ανταποκρίθηκε.
«Είμαστε ομάδα  και θα δώσουμε όρκο απόψε:
Θα κοιτάμε πιο ψηλά από τα σκυμμένα κεφάλια των ανθρώπων και δεν θα σκύψουμε ποτέ το δικό μας. Θα κοιτάμε πιο πέρα από τους βαθμούς αξιολόγησης των καθηγητών, που δεν ξέρουν να αξιολογούν την αντοχή και την δύναμη του ανθρώπου. Θα κοιτάμε μέσα στο κάθε πρόβλημα, να βρούμε τί θέλει να μας διδάξει. Θα κοιτάμε η μία την άλλη στα μάτια και θα μιλάμε με σιωπή, μέχρι να βρεθεί ένας άνθρωπος να μπορέσει να μας καταλάβει.»

Τέντωσε το χέρι της στο καθρέφτη για χειραψία συμφωνίας. Το είδωλο ανταποκρίθηκε. Του έδειξε και τον έλεγχο προόδου. Ανάποδα καθρεφτίστηκε ο βαθμός. Ενεργοποίησε τη δυσλεκτική της όραση. Τα νούμερα  χόρεψαν  μπροστά της, έκαναν στροφή: 16 3/11.
Ήδη έκανε μία σημαντική πρόοδο. Έμαθε πως ο Θεός, η Μητέρα κι ο Δάσκαλος κρύβονται μέσα μας, εκεί βαθιά που οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πλέον να ψάχνουν.
Είχε αφομοιώσει το πρώτο της μάθημα…



Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

...διότι Ερωτευμένοι.






Πήρε τις δύο λωρίδες του δρόμου
νοσοκομειακά λευκές
τις έδεσε στους αστραγάλους.
Τέντωσε τα χέρια ως το σύννεφο
κι άρχισε ν΄ανεμίζει
με βλέμμα αδάμαστο
200ων ίππων αγέλη.

Έκλεισε τα βλέφαρα,
φυλάκισε τους καλπασμούς
για τη στιγμή του μακελειού.

Εκείνος, πάνοπλος
ίσια πάνω της
με το θωρακισμένο αρσενικό Εγώ του.

Σαν άγγιξε το διάφανο ύφασμα
του Μυαλού της,
άνοιξε τα μάτια της.
Χύθηκαν τ' άλογα
και το αίμα
ποτάμι.

Βρέθηκαν ακρωτηριασμένοι
σε μία αγκαλιά
που δεν της έλλειπε κομμάτι.

Αθάνατοι
διότι Ερωτευμένοι..






Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Διάδραση



Ζωντανό πανί
μία κόκκινη φούστα που ανεμίζει
απορροφώντας το αίμα
από τις φλέβες στις κλωστές
τσαλακώνει τον εαυτό του
και τη Γυναίκα που ντύνει.

Άπειρες γωνίες
τεθλασμένης αγκαλιάς
καμπυλότητες στοχασμού
κι όλο σφίγγει η ζώνη στη μέση
το υπόγειο σκαρφαλώνει ως τη σοφίτα
κι ο ήλιος
που αρνιόταν να τρυπήσει το σύννεφο
επιτίθεται στο εσωσκοτάδι
τυφλώνοντας τις αλήθειες
που μόλις κατόρθωσα να ψιθυρίσω.

Η σκηνοθέτης
μου δίνει οδηγίες επιτυχίας
της αποκάλυψης που επιχειρώ
του εαυτού μου
μα εγώ
πισώπλατα τη σκοτώνω
φοράω τα ρούχα της
και σκηνοθετώ διάδραση
πάνω στο σταυρό που πιστεύεις
πάνω στο παράπονο που νικάς.

Εμμένεις θεατής
μα η κάμερα έχει στραφεί εναντίον σου.
Είτε αποδεχτείς το ρόλο
είτε δεν
το εκτελεστικό απόσπασμα
του δειλού εαυτού σου
θα σε στήσει στον τοίχο
αυτού του τεράστιου κουκλοθέατρου
θα σωριαστείς στη σκηνή
τυλιγμένος με το αρχαίο κόκκινο
μιας αυθαίρετης θυσίας
χωρίς ποτέ να ξέρεις για ποιον
και γιατί θυσιάστηκες
κι αν κατάφερες τελικά
να αλλάξεις τον ρου του Μεγάλου Σεναρίου.

Το της πλατείας χειροκρότημα
μια προσευχή
νεκρικής σιγής
για όλα τα ανώνυμα θύματα
αυτού του αμοντάριστου πολέμου
που γυρίζεται και μετά θάνατον.







Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Ρίζα



Βιβλίο "Δύσκολη Υιοθεσία", Εκδόσεις λεξίτυπον, 2018

Σκαλίζοντας την ετυμολογία μου
επεκτάθηκα ως τα συνώνυμά σου
τόσο που
Σε αμφισβήτησα 
σαν να ήσουν ο Εαυτός μου
και Μ' ερωτεύτηκα
σαν να ήμουν Εσύ.



Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Γενοκτονία έτον._

~Μνήμη μου, σε λένε Πόντο~

 Παρόλο που πήγα μόνη μου, είχα νοερά μαζί μου την γιαγιά και τον παππού, μα κυρίως την πρόγιαγιά μου που έζησε το δράμα της γενοκτονίας και κατάφερε να φτάσει σώα ως τη Μακεδονία για να ριζώσει εδώ.

Την εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου διοργάνωσε το 2ο Δημοτικό Σχολείο Γιαννιτσών και πραγματοποιήθηκε στις 16.5.2016 στο Πνευματικό Κέντρο Γιαννιτσών.

Όταν τις μνήμες αυτές τις παραδίδεις στα παιδιά είσαι σίγουρος πως η ιστορική αλυσίδα δε θα σπάσει. Για να συμβεί αυτό, πέρα από τον γονιό, κυρίαρχο ρόλο παίζει ο δάσκαλος. Γι΄αυτό νιώθω πως το πιο μεγάλο χειροκρότημα της βραδιάς το αξίζουν οι δασκάλες του 2ου Δημοτικού Σχολείου Γιαννιτσών Φουλίδου Παρθένα, Καλαϊτζίδου Ιωάννα, Καρύπη Ιωάννα, η μουσικός Πολυχρονίδου Μαρία και η θεατρολόγος Βασιλείου Ευσταθία, για την πρωτοβουλία τους να εργαστούν με τα παιδιά ζωντανεύοντας τις μνήμες και φυσικά τα παιδιά που μίλησαν, τραγούδησαν, χόρεψαν ποντιακά και μάς αφηγήθηκαν τί έγινε το 1914-1923. 

Την  πολύτιμη συνεργασία τους στην πραγματοποίηση της εκδήλωσης προσέφεραν το Μουσικό Σχολείο Γιαννιτσών (που με το Έργο του τιμά και κάνει περήφανη την πόλη μας εντός και εκτός συνόρων του νομού και του αξίζουν νέες εγκαταστάσεις ώστε ν' αντικατασταθούν οι λυόμενες αίθουσες) μέσω του  καθηγητή παραδοσιακής μουσικής Στεφανίδη Αλέξανδρου και ο Σύλλογος Ποντίων Γιαννιτσών.

Την εκδήλωση άνοιξε ο κ. Σαράντος Καργάκος, ιστορικός - συγγραφέας. Εμπεριστατωμένα παρουσίασε άλλη μία φορά τα ιστορικά στοιχεία που δικαιολογούν τη χρήση του όρου Γενοκτονία, ως όρου Διεθνούς Δικαίου, για το δράμα που έζησε ο Ελληνισμός του Πόντου.



Οι νεότουρκοι με τη στήριξη (ω! τί έκπληξη!) των Γερμανών οργάνωσαν συντονισμένο σχέδιο εξόντωσης, εξάλειψης και αφανισμού των Ελλήνων του Πόντου, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Έλαβαν χώρα σφαγές, διωγμοί, τάγματα εργασίας, εξορίες, πυρπολήσεις χωριών, δολοφονίες. Σ' αυτούς που γλίτωσαν οφείλουμε το ότι είμαστε εδώ και συνεχίζουμε την Ιστορία του Ελληνισμού του Πόντου.

Τα λεγόμενα του κ. Καργάκου πλαισίωσαν οι μαθητές του 2ου Δημοτικού Σχολείου με τραγούδια, τα οποία με ιστορική ακρίβεια καταγράφουν, μέσα από τα λόγια των ίδιων των ξεριζωμένων Ποντίων, τις τραγικές μνήμες.














Ακολούθησε θεατρικό από τους μαθητές της Δ' τάξης. Οι μαθητές κατάφεραν να μας ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο με ζωντανές αναπαραστάσεις, πομπές διωγμένων, μανάδες με τα παιδιά αγκαλιά, με αναμμένα κεριά στα χέρια, σαν να σιγόκαιγαν δίπλα μας οι ψυχές όσων χάθηκαν, με τη λύρα να κλαίει, με τα μάτια δακρυσμένα, με το προσφυγικό αίμα να πυχτώνει θυμούμενο στιγμές που εμείς δε ζήσαμε, μα τις κουβαλάμε μέσα μας.

Οι μαθητές της Δ' τάξης που συμμετείχαν στο θεατρικό ήταν:
Γιαγιά: Συλέμα Κοσμίδου, Παππούς: Πετλάκης Αθανάσιος, Μελάνα: Καλέα Χριστίνα, Πατέρας: Κουτσουράς Στέφανος, Εγγόνια: Σιγκούνη Βασιλική, Τσιμπούκης Σεραφείμ, Μαυρένης Χρήστος







Η λύρα πάντα με κάνει να κλαίω. Η φωνή της κουβαλά έναν θρήνο, ακόμη κι όταν μιλά για αγάπη.
"Κανείς να μη ζήσει κάτι παρόμοιο" αναφέρθηκε από τον κ. Καργάκο, μα και από τους μαθητές του θεατρικού.
Το οικονομικοπολιτικό πλαίσιο και η ανταγωνιστική επικράτηση, επαναλαμβάνουν την ιστορία. Τότε θύματα ήταν οι Αρμένιοι, οι Έλληνες του Πόντου, οι Ασσύριοι.  Σήμερα, ποιοι;


Οι δικοί μου παππούδες ήταν Απεσλήδες. Θυμάμαι την γιαγιά μου να το λέει. Βουνίσιοι. 
Στην έκθεση φωτογραφίας του Ασλανίδη Απόστολου, που πραγματοποιήθηκε στο φουαγιέ του Πνευματικού Κέντρου, δεν υπήρχαν φωτογραφίες από τα δικά μου τα μέρη. Όμως ένα μεγάλο μέρος από τις αλησμόνητες πατρίδες ήταν αποτυπωμένο στην έκθεση.

Επισήμανση του κ. Καργάκου: Όχι χαμένες πατρίδες, μα Αλησμόνητες Πατρίδες!






353.000 νεκροί.
Γενοκτονία έτον.

















Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Απεργία πολιτικών εις την χώραν



Σήμερα, ανήμερα Άνοιξης, οι πολιτικοί της χώρας εξήγγειλαν απεργιακές κινητοποιήσεις με καθιστικές διαμαρτυρίες - όχι στις δερμάτινες καρέκλες τους - μα στους κόμβους των εθνικών οδών μιμούμενοι τους αγρότες. Απεργούν εις πείσμα προς την αδυναμία του λαού να διεξάγει μία της προκοπής απεργία.

Τα αιτήματα που κατέθεσαν οι πολιτικοί στις επιτροπές πολιτών είναι:

1. Θέλουμε όταν ψηφίζουμε ένα νομοσχέδιο που καταλύει θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα να είστε όλοι στο δρόμο, εργαζόμενοι, ημιαπασχολούμενοι, άνεργοι, ηλικιωμένοι, παιδιά. Να υπάρχει ένταση που δηλώνει πως εμείς, οι έχοντες την Εξουσία, μπορούμε να κάνουμε τη ζωή σας Άνω Κάτω. Θέλουμε να μάς πολεμάτε άγρια άσχετα που Εμείς πάντα θα περνάμε τα ποθητά των ισχυρών μέτρα. Όσο πιο μεγάλη η αντίσταση του λαού, τόσο πιο έντονη η Νίκη των Κυβερνώντων, και ΔΕΝ έχετε το δικαίωμα να μας στερείτε αυτόν τον θρίαμβο.

2. Απαιτούμε να παρακολουθείτε χωρίς διάσπαση προσοχής τις ομιλίες μας είτε δια ζώσης, είτε από τα ΜΜΕ και τα social media (εξαγγελίες ανανεωμένων προγραμμάτων, ανασχηματισμοί, σχολιασμοί κυβερνώντων και αντιπολίτευσης πάνω σε νομοσχέδια που θα ψηφιστούν ή ψηφίστηκαν ήδη, κ.α.)

3. Απαιτούμε να μας πιστεύετε! Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μία έντονη δυσπιστία που συνοδεύεται από πλήρη αδιαφορία και αποσυντονίζει ολόκληρη την πολιτική σκηνή. Για σκεφτείτε ένα θέατρο, όπου το κοινό συζητά αδιάφορο μεταξύ του, κοιμάται, ονειρεύεται, μιλά στο κινητό, τρώει, πηγαίνει κατ' επανάληψη στην τουαλέτα... Πώς να συγκεντρωθούν οι ηθοποιοί στους ρόλους τους;

4. Απαιτούμε να ζητάτε ρουσφέτια. Τον τελευταίο καιρό μειώθηκε ο αριθμός ρουσφετιών και αυτό κλονίζει την εξαρτημένη σχέση μας με το λαό.

5. Ζητούμε να μην ξεχνάτε τόσο εύκολα τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις. Ακυρώνετε έτσι την βαρύτητα του κάθε Πολιτικού που συνέβαλλε στο εκάστοτε γεγονός. Ξεχάσατε τόσα από τον Αντρέα. Το ότι η περίοδος '74 και μετά ήταν περίοδος έντονης δανειοληψίας. Ξεχάσαμε και την στροφή του το '80. Υποσχόταν π.χ. να βγούμε από την ΕΟΚ και μόλις ανέλαβε την εξουσία ξαφνικά το κόστος της εξόδου έγινε μεγαλύτερο από το κόστος της παραμονής. Δε γίνεται να αναφέρουμε το όνομα Αντρέας και να θυμάστε μόνο μία Αεροσυνοδό που εκδίδει βιβλία και μαλώνει με μία Μαργαρίτα. Υποβιβάζετε τον Πολιτικό! Κι άλλο παράδειγμα, δε γίνεται να λέμε Σημίτης και π.χ. να μη θυμόσαστε το χρηματιστήριο! ΜΗΝ ξεχνάτε! Ακυρώνετε εμάς ως πολιτικούς και τη συμβολή μας στην πορεία της Ελλάδας προς το μέλλον (αβέβαιο ή... μη).

6. Τέλος απαιτούμε όταν προαναγγέλλετε κάτι, να το κάνετε! Δε γίνεται να προειδοποιείτε πως θα κατεβείτε ΟΛΟΙ με τα τρακτέρ στην Αθήνα και να έρχονται δυο τρία δείγματα απ' όλη την Ελλάδα. Άδικα ετοιμάσαμε να αντιτάξουμε τα τανκς στις εισόδους της Αθήνας!  Σκεφτείτε πόσες εργατοώρες πήγαν χαμένες! Όταν λέτε κάτι, θέλουμε να τηρείτε το λόγο σας!

Σημείωση: 
Αν άμεσα δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας η απεργιακή κινητοποίηση θα συνεχιστεί επ αόριστο καθιστώντας την χώραν ακυβέρνητο καράβι.

Δε θέλουμε δημοσιογράφους να καλύψουν την απεργία. Θα αυτοφωτογραφηθούμε, θα τραβήξουμε video και θα αναρτήσουμε στο instagram, twitter και fb  τα καίρια στιγμιότυπα των κινητοποιήσεων.
Και φυσικά τα στιγμιότυπα προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα και απαγορεύεται αυστηρώς η αναδημοσίευσή τους.


Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς
Η Επιτροπή Αγώνα των αγωνιζόμενων πολιτικών της χώρας






Σάββατο 14 Μαΐου 2016

..ενός λεπτού σιγή δε φτάνει..





Για όλα τα παιδιά που δεν κάναμε
για όλα τα ταξίδια που αναβάλαμε
για όλους τους καβγάδες που φοβηθήκαμε
για όλες τις αγκαλιές που στερηθήκαμε
για όλα τα σχέδια που αφήσαμε στη μέση
για όλους τους γκρεμούς που έχουμε πέσει
για όλες τις ερμηνείες που παρερμηνεύσαμε
για όλες τις παγίδες στις οποίες πέσαμε
για όλα τα φεγγάρια που πνίξαμε στο σκοτάδι
για όλους τους θανάτους που μας άφησαν σημάδι
για όλες τις αυτοκτονίες που τολμήσαμε
για όλες τις ζωές που δολοφονήσαμε
για όλες τις σιωπές που κλειδώσαμε
για όλα τα λάθη που δε μετανιώσαμε
για όλα τα όρια που δεν ξεπεράσαμε
για όλες τις αλήθειες που δειλιάσαμε
για όλες τις φυγές που αποπειραθήκαμε
για όλους τους εαυτούς που υποδυθήκαμε
για όλα τα "σ' αγαπώ" που δαγκώσαμε
για όλα τα "σε μισώ" που διογκώσαμε
για όλα όσα δεν προλάβαμε
για κείνα που με σώμα κι αίμα μεταλάβαμε
για όλους τους χωρισμούς που σχεδιάσαμε
για όλες τις φωτιές που ανάψαμε

ενός λεπτού σιγή δε φτάνει
ξεχειλίζουν οι φλέβες ποτάμι
και ο κάθε νεκρός εαυτός που επιπλέει
καίγεται ολόκληρος κι ακόμα καίει.












Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

κεφαλαια





φοβάμαι τα κεφαλαία γράμματα
η σκιά τους ταΐζει τη γλώσσα μου
με κείνο το σκληρό χώμα
που απορροφά ουρλιαχτά νεκρών
για να θεριεύουν οι ρίζες τους
πάνω από την παιδική φωνή μου

η έντασή τους τρομοκρατεί τις σιωπές μου
και μαζί τους φοβάμαι και τις τελείες
που υποχρεώνουν τις προτάσεις να κεφαλαιοποιούν
το πρώτο τους γράμμα
σε χαρτονομίσματα ακριβής αξίας φθόγγων
τη στιγμή που ο λυγμός μου
δεν έχει κεφάλαιο
για να επιβαρυνθεί κι άλλο υψόμετρο
ωμής διαπραγμάτευσης.

Σ' αυτήν την πόλη
γέμισε η αγορά καλλιτεχνικές επιγραφές
κλειστών καταστημάτων
με τα κεφαλαία τους κεφάλαια χρεωμένα
κι εγώ
ακέφαλη και πεζή
σαν τα ψιλά γράμματα μιας καταδικαστικής
και αιώνιας σύμβασης
δε διαβάζομαι στην ώρα μου
παρά ετεροχρονισμένα ξυπνώ από τον ύπνο μου
και υπενθυμίζω
την τραγικότητα των Κεφαλαίων
και υποκεφαλαίων
του ενυπόγραφου παρόντος