Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Αλίκη



Την εικόνα δανείστηκα από εδώ:
http://creepypasta.wikia.com/wiki/Hole?file=Dark_room_2_by_stefanie_d_f-d3j1e1f.jpg



Σ΄αυτήν την αποθήκη
με τα γόνατα αγκαλιά
σαν γιγάντια Αλίκη
που παραμύθια ξεγεννά
κάθομαι ουρλιάζω
με σιγαστήρα στη φωνή
ενόρκους να διχάζω
μ' αθώα ενοχή.

Ο μυθιστοριογράφος
συντάσσει πρακτικά
καθώς ο αγιογράφος
μου χαράζει φυλαχτά
μ' ονόματα αθώων
που δικάστηκαν ισόβια
και μορφές ψυχών
που φτερούγισαν νυχτόβια.

Με βάζουν κι υπογράφω
την απόγνωσή μου
παράφορα υπάρχω
μες στη φυλακή μου
κι ο μικρός μου ο μύθος
αυτή η αποθήκη
δεν είναι καν στίχος
παρά μία καταδίκη..
δε θ' ανακοινωθεί
στο συνήγορό μου
που έχει ταυτιστεί
με τον εαυτό μου.

Όλοι πληρωμένοι
να κάνουν αυτό που πρέπει
κι εγώ δασκαλεμένη
να κλαίω στον καθρέφτη
να με ικετεύω
να μην αυτοκτονήσω
χρόνο να ξεκλέβω
πριν λιποτακτήσω.
Σκάβουν οι αρουραίοι
κάτω απ' το σανίδι
εταίροι ευρωπαίοι
στήνουν το παιχνίδι.

Όλοι μου οι σύμμαχοι
όρνια που πεινάνε
σκύψαν στη ζωή μου
και αιμοδιψάνε
κόβω το κορμάκι μου
και τους το μοιράζω
κι ύστερα μονάχη μου
κάθομαι ουρλιάζω
κι όλο μέσα βαθαίνουνε
οι αντίλαλοί μου
και πάντα πληθαίνουνε
οι κατήγοροί μου.

Φόνος στο φόνο
αρχαία μου δίκη
ήθελα μόνο
αυτή η  Αλίκη
του μελλοθάνατου εαυτού μου
η ερωμένη
να 'ναι στον επίλογο
αθωωμένη.













Εκκολαπτόμενοι Καλλιτέχνες









 Η πρόσκληση ανέφερε ευφάνταστα: "Η εντιμότητα του προσώπου και τα χρώματα της ζωής".

Καιρό είχα να δω έντιμα πρόσωπα - συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου που κοιτώ κάθε μέρα στον καθρέφτη! Αναλογίζομαι πως εμείς οι μεγάλοι νοθευτήκαμε επιτυχώς από τις επιταγές της σύγχρονης εποχής και πουλήσαμε στους ενεχυροδανειστές την ειλικρίνεια των ρυτίδων μας.

Στις 19.20 ήμουν στο Φουαγιέ του Πνευματικού Κέντρου Γιαννιτσών. Ο χώρος γεμάτος καλλιτεχνικά αποτυπώματα των μαθητών του Τομέα Εφαρμοσμένων Τεχνών του 2ου ΕΠΑΛ Γιαννιτσών. Ένας τομέας που είχε καταργηθεί και ξαναλειτούργησε, ακριβώς για να τονίσει περίτρανα τις αυθαιρεσίες των ιθυνόντων στο πεδίο της Εκπαίδευσης.

Οι υπεύθυνες καθηγήτριες Ελένη Κορδολαίμη και Αναστασία Ευαγγελοπούλου δεν δίδαξαν απλά τεχνοτροπίες δημιουργίας στους  μαθητές τους, μα τους ενέπνευσαν ώστε να υπερβούν τους εαυτούς τους και να χωρέσουν στο κουστούμι του Καλλιτέχνη που υπόσχεται Δημιουργίες υπό το βλέμμα του σκεπτόμενου Ανθρώπου, ο οποίος κοιτά πίσω από τα σχήματα και τα χρώματα και νιώθει τους κραδασμούς της αλήθειας των πραγμάτων.

Το έχω αναφέρει ξανά, με αφορμή Μαθητικούς Διαγωνισμούς Ποίησης που έφεραν στο φως πτυχές των παιδιών που ξεβολεύουν τους μεγάλους και που καρφώνουν στο τσάκρα της παράλογης λογικής μας ένα Κατηγορώ για τα λάθη που δεν τολμάμε καν ν' αναγνωρίσουμε. Τα παιδιά είναι πολλά περισσότερα από επαναστατημένοι έφηβοι χωρίς αιτία. Γνωρίζουν πολύ καλά τί κρύβουμε στα κεφάλαια της Ιστορίας που δεν τους διδάσκουμε και το θίγουν ευθαρσώς μέσα από τον ελεύθερο λογοτεχνικό τους λόγο και μέσα από την ελεύθερη καλλιτεχνική τους ματιά.

Με παράξενα σκουλαρίκια. Ίσως με τατουάζ. Ντυμένα άλλοτε  με τα επίσημά τους ρούχα, κι άλλοτε με σκισμένα τζιν. Με τσάντες, θρανία και τοίχους γεμάτα συνθήματα, χωρίς πάλι να χωράνε την εξιστόρηση του κόσμου μέσα από τα μάτια τους.

Αυτά τα παιδιά που κατηγορούμε ως μόνιμους θαμώνες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που τους προσάπτουμε διάσπαση προσοχής, αδιαφορία, που τους αποδίδουμε την ετικέτα του απολιτίκ, που τα κατηγορούμε για ανορθογραφία... Αυτά τα παιδιά έχουν άποψη και την εκφράζουν όταν τους δοθεί κίνητρο και βήμα.

Το κίνητρο δόθηκε. Και το βήμα επίσης. Οι μαθητές μίλησαν με το Έργο τους υπό την ενθάρρυνση των καθηγητριών τους. Και σίγουρα έχουν πολλά ακόμη να πουν.

Εύχομαι η Έκπληξη που δημιουργήθηκε στις Εντυπώσεις μου από τα Έργα των μαθητών να είναι διαχρονική και μετά από χρόνια το Καλλιτεχνικό τους Αποτύπωμα να αποκτήσει τόση Δύναμη, που να ουρλιάζει μπρος στη σιωπή των βολεμένων ανθρώπων.





















Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Ο κτηνίατρος δεν ξέρει από Έρωτα!..







Ό,τι μου χεις χαρίσει το έχω ερωτευτεί σαν κομμάτι δικό σου, σάρκα από τη Σάρκα σου κι ενέργεια από την Ψυχή σου.Το φόρεσα μέσα μου και είναι πλέον κομμάτι δικό μου. Ακόμη κι αυτό το πλάσμα που μεγαλώνει μαζί μου, μα πιο γρήγορα από μένα! Σε ανθρώπινα χρόνια οι επιστήμονες λένε πως είναι ήδη 23 ετών (!), ενώ το έχω μαζί μου μόλις 18 μήνες.

Αιλουροειδές. Συνώνυμο της ανεξαρτησίας, της αυτόβουλης κίνησης, της οριοθέτησης του εαυτού του, της αιχμηρά σταθερής ματιάς που σκίζει τις ανασφάλειες, της αυτοκυριαρχίας, του αδιαπραγμάτευτου σεβασμού στην διαφορετικότητα. Δεν δέχεται να κάνει συμβιβαστικά ό,τι του πεις και δεν φορά λουρί στο λαιμό του.
Αρχοντικό πλάσμα, αν και ράτσα κοινή ευρωπαϊκή, όπως διαπίστωσε ο κτηνίατρος.

Δεν θα προσαρμοζόμουν με κανένα άλλο συγκάτοικο. Δεν είμαστε κατοικίδιοι ο ένας του άλλου. Συγκατοικούμε με μία παράξενη ισοδυναμία ισορροπώντας πάνω στην λεπτή γραμμή που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο. Είναι φορές που εγώ είμαι το ζώο κι αυτός ο άνθρωπος. Είναι φορές που εγώ λυγίζω και αυτός με παίρνει αγκαλιά. Είναι φορές που κλαίω, έρχεται δίπλα μου και νιαουρίζει παρηγορητικά με μία αλλόκοτη μετάφραση: "Ελα... μην κάνεις έτσι... Εγώ είμαι εδώ..." Κι άλλες φορές αδιαφορεί επιδεικτικά, σαν να φέρνει έναν καθρέφτη για να δω τα χάλια μου και μου λέει "Τί έγινε Κοριτσάκι; Πάλι θα γεμίσουμε τις λίμνες με δάκρυα; Δεν έχει αγκαλιά σήμερα. Κακομαθαίνεις! Σήμερα θα σηκωθείς μόνη σου πιο πάνω από την ομίχλη που προκάλεσες εξατμίζοντας όλη σου την αυτοκυριαρχία.."

Και μετά ζητά να φάει ή να παίξει με την μπάλα ή να απλωθεί στην αγκαλιά μου για να χαϊδεύω με τις ώρες το λαιμό του. Και δε βολεύεται αν δεν πάρει αυτό που θέλει. Αν τον αγνοήσω, βγάζει τα νυχάκια του και ορμάει πάνω μου. Μου θυμίζει όσα κάνω πως ξεχνώ. Δεν γυρίζει την πλάτη να φύγει. Δεν παραιτείται. Πολεμά ως το τέλος για καθετί  μικρό που λαχταρά η ψυχή του.

Είναι φορές που αναλογίζομαι πόσο διαφορετικές θα ήταν οι ζωές και των δυο μας, αν δεν είχαμε συναντηθεί.

Και θα μου πεις: "Μα... οι γάτες είναι φτιαγμένες να ζουν έξω, κι όχι φυλακισμένες σ' ένα διαμέρισμα, με κάποιον που ισχυρίζεται πως... τους έσωσε τη ζωή από βέβαιο θάνατο, εφόσον βρέθηκαν ορφανές δίπλα στον αυτοκινητόδρομο.."

Ναι, το σκέφτηκα κι εγώ. Και με παιδεύει άγρια μέσα μου ό,τι πηγαίνει κόντρα στη φύση. Έτσι αφού ο λατρεμένος μου γάτος πάτησε στα πόδια του, τον μετέφερα στο χωριό. Αυλή, βόλτα δίχως σύνορα, κυνηγητό με άλλες γάτες, απόλυτη ελευθερία, όπως τέλος πάντων την εννοούν οι γάτες που δεν συγκατοικούν σ' ένα σπίτι με ανθρώπους! Όμως, αυτό το ιδιόρρυθμο γατί έκανε την βόλτα του, εξερεύνησε το χώρο, γνωρίστηκε φιλικά και εχθρικά με τις θηλυκές και τις αρσενικές γάτες της γειτονιάς και μετά από κάμποσες ώρες ήρθε και γρατζούνισε επίμονα την πόρτα του σπιτιού, νιαουρίζοντας με την γατίσια μετάφρασή του "Πέρασα υπέροχα. Πάμε σπίτι τώρα. Θέλω να αράξω στην κουβέρτα μου!.."

Οπότε, υπό μία έννοια, ο γάτος "Με διάλεξε". Κάθε μέρα είναι εδώ, γιατί διαλέγει να είναι εδώ. Από επιλογή του, όχι από ανάγκη. Μεγαλείο!
Κι αυτό γίνεται συνέχεια. Κάθε φορά που πηγαίνουμε στο χωριό, παίζει, εκτονώνεται, εξερευνεί, μάχεται, κυνηγά και κυνηγιέται και στο τέλος έρχεται να με πάρει να φύγουμε.

Δεν είναι κατοικίδιο, είναι συγκάτοικος.

Όπως και οι γάτες στη γειτονιά. Δεν είναι αδέσποτες. Είναι ελεύθερες. Από επιλογή τους ζουν εκεί έξω ή έστω επειδή δεν έτυχε να γνωριστούν από μικράκια με έναν άνθρωπο που θα τους χάιδευε το λαιμό με τις ώρες.

Κατάλαβες πως δεν αποδέχομαι τον όρο "αδέσποτο" για κανένα ζωντανό που κυκλοφορεί ελεύθερο στις πόλεις, στα χωράφια, στους δρόμους αυτής της, τάχα μου ιδιοκατοίκητης από τον άνθρωπο, γης. Η ετικέτα αυτή προσβάλλει την αυτοκυριαρχία κάθε ζωντανού πλάσματος, καθώς μεταφράζεται, όπως υποδεικνύουν τα λεξικά:
"αγνώστου κυριότητας"
"που δεν ανήκει σε κάποιον"

Αλήθεια; Ο γάτος μου μου ανήκει; ή μήπως του ανήκω Εγώ; Κι αν του ανήκω, δεν είμαι αδέσποτη δηλαδή;
"Ω Θε  μου,  σ' ευχαριστώ που έστειλες έναν αρσενικό γάτο να με έχει στην κατοχή του, να με νοιάζεται, να ταΐζει την ψυχή μου με όλα εκείνα τ' ανείπωτα που δεν μπορούν να συλλαβίσουν οι ανθρώποι!!!..."
ή μήπως είμαι?...  Όπως είναι κι ο γάτος μου;..  Τρελοί κι αδέσποτοι παρόλη την αγάπη?..

ΧαμοΓελάω.

Δεν ανήκω.
Δεν ανήκει ούτε ο γάτος μου.
Αγαπιόμαστε παράφορα. Ναι. Μα δεν ανήκουμε.

Άλλη  μία λεπτομέρεια ουσίας. Δεν μου ανήκει σημαίνει πως ΔΕΝ έχω δικαίωμα να προβώ σε κανέναν ακρωτηριασμό προκειμένου να τον έχω αιώνια -όσο θα ζει- ΔΙΚΟ μου.

Σε όλες τις επισκέψεις μας στον κτηνίατρο, ο καλός -για το συμφέρον του ανθρώπου -ιδιοκτήτη- γιατρός πρότεινε ό,τι προτείνει σε κάθε ιδιοκτήτη:
"Καλό είναι να τον στειρώσετε, για να μην σας φύγει. Διότι όταν τους πιάνει ο οίστρος έχουν τάσεις φυγής. Το σκάνε για να βρουν θηλυκό και γίνονται άγριες μάχες ανάμεσα στα αρσενικά, για τα μάτια μιας θηλυκιάς γάτας. Οπότε, αν θέλετε ο γάτος σας να ζήσει ήρεμα, για πολλά χρόνια, χωρίς να ταλαιπωρείται με επιθετική συμπεριφορά, λόγω των ορμών του, χωρίς να βγαίνει στο κατόπι των θηλυκών και να πέφτει θύμα των πολέμων της κατάκτησης, καλό είναι να τον στειρώσετε. Η επέμβαση διαρκεί ελάχιστα. Μαζί με τη νάρκωση, περίπου 2 ωρίτσες. Κοστίζει 50 ευρώ και μετά ο γάτος σας θα είναι πολύ ήρεμος, δεν θα έχει διάθεση για βόλτες και εσείς δεν θα ανησυχείτε για τίποτε."

"Χριστούλη μου, σκέφτηκα, ο γιατρός είναι .... δήμιος! Τί όμορφα περιέγραψε την πράξη αφαίρεσης της γενετήσιας  ορμής από το γάτο μου. Τί αβίαστα υιοθέτησε την παραδοχή πως έτσι ο γάτος θα ζήσει μία καλύτερη ζωή, εγώ δεν θα ανησυχώ μην τον ...χάσω και θα είμαστε όλοι ευτυχισμένοι!

Ναι... Φυσικά... Ο αποχαυνωμένα ευτυχισμένος γάτος.

Αλήθεια, σε ανθρώπινη προέκταση ζωής θα ευνουχίζατε τον σύντροφο-συγκάτοικό σας για να διασφαλίσετε πως... ΔΕΝ θα σας φύγει ποτέ???....

Ο γάτος μου δεν στειρώθηκε. Δεν ευνουχίστηκε. Τιμά με το παραπάνω τη φύση του και κάθε φορά που πηγαίνουμε στο χωριό -ναι, ψέματα δεν θα πω- τρέμει η καρδιά μου μην και το σκάσει ακολουθώντας την ερωτική μυρωδιά μιας γατούλας, αλλά τί θα ήταν η Ζωή χωρίς την συγκίνηση του απρόβλεπτου;

Μέχρι σήμερα, κάθε φορά που αφήνεται ελεύθερος, κάνει το κουμάντο του και στο τέλος της βόλτας επιστρέφει να με πάρει να γυρίσουμε στο σπίτι. Αν κάποια στιγμή δεν επιστρέψει, θα ξέρω πως κυνήγησε τον Έρωτα ώσπου να τον κατακτήσει, δεν παραιτήθηκε, δεν γύρισε από συνήθεια ή συμβιβασμό με την ουρά στα σκέλια στην ασφάλεια του σπιτιού. Κυνήγησε κι έζησε το παράτολμο και κάθε γρατζουνιά του την απολαμβάνει σαν τεκμήριο Υπέροχης και Γεμάτης Συγκινήσεις Ζωής.

Ο κτηνίατρος, λοιπόν, δεν ξέρει από Έρωτα!
Ξέρει μόνο από την ασφάλεια μιας εξαρτημένης αγάπης που φυτοζωεί κατατρώγοντας τους φόβους της.

Ο κτηνίατρος δεν ξέρει πως υπάρχουν Άνθρωποι και Ζώα που αγαπιούνται χωρίς ακρωτηριασμούς, πιο βαθιά από ό,τι αγαπιούνται οι θνητοί άνθρωποι -αγράμματοι  και σπουδαγμένοι- της ακρωτηριασμένης καθημερινότητας.

Όταν κλείνω τα μάτια και ξαναθυμάμαι τη φράση του επιστήμονα κτηνιάτρου:
"Καλό είναι να τον στειρώσετε για να μην ανησυχείτε μήπως τον χάσετε μία μέρα.."
σκέφτομαι, με αβίαστο παραλληλισμό:
η επιστημονική κοινότητα μήπως θα μπορούσε να προτείνει  να ...στειρώνονται και οι άνθρωποι για να .... μην ανησυχούμε μήπως μας φύγουν μία ...μέρα?...

Δεν είναι μαγευτικό να είναι δίπλα σου Ολόκληρος ο Άνθρωπος (Ναι, κι ο Γάτος!) και να μένει κάθε στιγμή από Επιλογή στην Απόφασή του να είναι Μαζί σου?............


Παγκόσμια Μέρα για τα Αδέσποτα σήμερα... 
Χρόνια μας Ευτυχισμένα λοιπόν και κυρίως ΟΧΙ στειρωμένα!!!
: )



Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Εμείς, οι καλοί


Πάλι μιλήσαμε κι εμείς
για όλα εκείνα
που μιλούν όλοι.
Γράψαμε την εισήγησή μας
προς τον άνθρωπο και το θεό
ανεβήκαμε στο αναλόγιο
με την δέουσα ταπεινοφροσύνη
του αναπτυσσόμενου ερευνητή, επιστήμονα
προσποιούμενοι τους καλούς
που μείναν λίγοι.

Πράξαμε τα δέοντα
υπερασπιστήκαμε δημόσια το δίκιο
κι όταν κατεβήκαμε από το βήμα
κατεβήκαμε από το βάθρο του εαυτού μας
κατεβήκαμε στο υπόγειο
που στεγάζεται η ιδιωτική μας ζωή
κατεβάσαμε δυνατά αλκοολούχα ποιήματα
πιστοποιώντας σ' έναν τυφλό καθρέφτη
πως είμαστε άνθρωποι του πνεύματος
ποιώντας κάτι σπουδαίο
μη κάνοντας τίποτα
μέσα στη μοναξιά
που ονομάσαμε μοναχικότητα
για να δικαιολογήσουμε
τα σύνορα που περιβάλλουν το κελί  μας.

Μέσα στην υγρασία της φυλακής
θεοποιούμε τη συλλαβή
συλλαμβάνοντας την ιδέα
ενώ απλά έπρεπε να την αφήσουμε ελεύθερη
να αλλάξει τον κόσμο.

Υποκλινόμαστε στον αδαή
που μας θεωρεί ιδιοφυΐες
και ξεγελάμε την ημιμάθεια του εαυτού μας.
Ημιτελείς, όπως πάντα,
δουλεύουμε λάθος το μυαλό
σε στιγμές που έπρεπε  να δουλέψουν σωστά τα χέρια.

Υπόκλιση.
Χειροκρότημα.
Ο λόγος τελείωσε
τώρα έχει σειρά η αληθινή αφορμή
για να ξεσπάσει ο πόλεμος
ενάντια σ' όλους εμάς,
τους καλούς της γης.







Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Ιάσιμη



Η εικόνα μου νοσηλεύεται ΕΔΩ:
http://rebloggy.com/post/art-trippy-hippie-drugs-lsd-grunge-acid-girly-pastel-butterfly-surrealism-trippi/118875483128


Αδύναμη τόσο
που μόνο τα μάτια σηκώνουν
νοερά αντικείμενα
από το πάτωμα της σελίδας
προς το φεγγίτη του μυαλού.
Οι καλοί πωλητές ανακαλύπτουν
ενισχυμένες ιώσεις
για τα ακριβά αντιβιωτικά τους.
Είμαι πειραματόζωο.
Κόλλησα τον ιό
και όπως πάντα μ' ερωτεύτηκε ο Δαίμονας
και δε λέει να φύγει.
Ψήνομαι σ έναν πυρετό
που γράφει κόκκινα ποιήματα
στον πιο βαθύ μου ύπνο
-τιμωρία-
να μην τα θυμάμαι το πρωί.
Όλη μέρα συνταγές σε εκτέλεση.
Το βράδυ βγαίνει απ το στόμα μου
μια μολυσμένη αράδα
από μεταδιδόμενα ποιητικά νοσήματα.
Τίποτε ανίατο.
Όλοι οι στίχοι
μωράκια σε θερμοκοιτίδα
που θα γίνουν καλά.
Κι εγώ επίσης.
Μοιάζει να θέλω τη μαμά μου
τί ντροπή για μια μεγάλη Γυναίκα!
Με παίρνω αγκαλιά.
Πρέπει να κοιμηθώ.
Δεν ξέρω τί ώρα περνάνε οι γιατροί
μα σε λίγο
θα περάσει
με τις σειρήνες του ν' αναβοσβήνουν
ένας θάνατος
και θέλω να του ξεφύγω.









Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Ουρές


Η εικόνα  πρωταγωνιστεί εδώ:
https://www.lcsd.gov.hk/dept/annualrpt/2004/en/culture-04.php



Εφαρμόζω το ματάκι μου
στη χαραμάδα της ανεργίας
και μετρώ έξω από το γραφείο της
ανειδίκευτες κι ειδικευόμενες ουρές
για το ρόλο του άριστου εργάτη
δίχως να λογίζονται πως έτσι
δημιουργούν κενές θέσεις
για νέα αφεντικά
που δεν υπήρχαν καν
στο αρχικό σενάριο.













Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Τρόμο Κρατώντας



Την εικόνα δανείστηκα από εδω:
http://www.designntrend.com/articles/1277/20120229/relationship-between-wild-nature-human-wonderful-illustrations.htm


Σ' αυτό το σοκάκι
δεν επιτρέπεται να εισέρχεστε με κοστούμια
χαρτοφύλακες και τις νέες τεχνολογίες σας.
Προσβάλλεται η αρχέγονη φωτιά
που συμμαχεί με την ανάγκη μας για ζεστασιά
κι όταν αγριεύουν οι φωτιές
απειλούν τον κόσμο με εμπρησμό
ανεξέλεγκτα υπερβαίνοντας τις ψηφιακές σας προβλέψεις
με τη σιωπή τους να βομβαρδίζει τα πλούσια γραφεία σας
κόντρα στην καλοταϊσμένη πολεμική σας βιομηχανία
που στρώνει τραπέζι, χρόνια τώρα,
στο σύνορο του δικού μας υπαίθριου σπιτιού.

Σ' αυτή τη γειτονιά
ο άγραφος νόμος απαγορεύει στις απαγορεύσεις σας
να κυκλοφορούν με το δάχτυλο ορθωμένο
μπροστά στην υπερηφάνεια του απλού ανθρώπου.

Σ' αυτήν την γη
οι μάνες γεννούν ελεύθερους ανθρώπους
γιατί δεν έχουμε ανάγκη από σκλάβους, ήρωες ή θεούς.
Την αλάνα που παίζουν τα παιδιά μας
την προστατεύουν τα πουλιά
το ποτάμι που πλένουμε τα ρούχα, το κορμί και την ψυχή μας
το προστατεύουν τα φίδια.
Το δάσος που ερωτευόμαστε και δουλεύουμε
το προστατεύουν οι αγέλες των άγριων Εαυτών μας.

Είμαστε αυτάρκεις, δίκαιοι κι αθώοι
μα στην πρώτη εισβολή των στρατών σας
θα πάψουμε να γράφουμε ποιήματα
θα πάρουμε την ιστορία
με το μέρος της γενοκτονίας που μας ετοιμάζετε
και θα αρνηθούμε να καθίσουμε στην αναπαυτική ηλεκτρική καρέκλα
μπροστά στην παγκόσμια οθόνη
της δακτυλοδεικτούμενης έκθεσης του μη συμμορφωμένου
στα πρότυπά σας υπάκουου ανθρώπου.

Αν αψηφώντας την προειδοποίηση
και τρόμο κρατώντας
έφτασες ως το σύνορο της φωτιάς μας
ας συστηθούμε.

Είμαι ο άγριος Άνθρωπος.
Είσαι ο έχων τη δύναμη της παγκόσμιας υπογραφής
σε συνθήκες συνωμοσίας και μαζικής καταδίκης,
ο ισχυρότερος λένε όλων,
μα ακόμη δε δοκιμάστηκες στη μάχη σου
με την οργή του Ανθρώπου.

Ποιος από τους δυο μας είναι ο Τρομοκράτης λοιπόν;





Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

αΔήλωτη



Ορμάνε οι υπάλληλοι στην περιουσία μου
που χάσκει αδήλωτη, φτωχή κι ανάξια λόγου
στο περιθώριο μιας ανυπόγραφης ζωής
που εκπρόθεσμη αναμένει έναν προικοθήρα νεκροθάφτη
μπας κι ανακαλύψει πού έχω θάψει το κορμί  μου,
ώστε να 'χουν ενδιαφέρον οι δίκες που θ' ακολουθήσουν
το κακούργημά μου να μη Δηλώνομαι.







Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Γόνιμος αντιπερισπασμός



Κοιτούσε η Άνοιξη τους φασίστες να οργώνουν τα χωράφια
μην και φυτρώσει ο ξεριζωμένος κι ανθίσει
και σε πείσμα προς τα μαχαίρια του μηχανήματος
που αναμόχλευε τη γη,
παραδίπλα απ' τον άγονο νου του μισανθρώπου,
άνθιζαν στις χούφτες αθέατων κηπουρών
μυρωδικά φρεσκομαγειρεμένης ανθρωπιάς
που χόρταινε ασθενείς κι οδοιπόρους.

Ποτέ δε μάθαμε ο ένας τ' όνομα του άλλου.
Mάς έφτανε που μας λέγανε ανθρώπους.






Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Κόντρα..


Η φωτογραφία.. διαδηλώνει εδώ:
http://www.gettyimages.com/detail/video/young-woman-lying-in-grass-cemetery-in-background-stock-video-footage/88030888


Πρέπει να μάθω να ζω μ’ όσα με στοιχειώνουν. Ίλιγγος, κλειστοφοβία κι αυτή η κυκλοθυμία που κάνει κύκλους γύρω από το σφαιρικό κύτταρο στο αίμα και στη σκέψη μου επηρεάζοντας την μετεωρολογία του είναι μου. Τελευταία διακρίνω σημάδια αποστασίας. Δεν συγχρονίζομαι μ’ αυτόν τον ελαττωματικό εαυτό. Αρνούμαι να συνεργαστώ. Πηγαίνω κόντρα. Θ’ αλλάξω.

Μπροστά στο γκισέ της τράπεζας.
-Υπογράψτε εδώ παρακαλώ, η υπάλληλος απευθύνεται σε μένα, επιστρέφοντάς μου την ταυτότητα, το βιβλιάριο,  τα λεφτά  και το αποδεικτικό ανάληψης χρημάτων.
Με κοιτάζω στην ταυτότητα. Το ένα μάτι μισόκλειστο. Χωρίς μακιγιάζ. Σαν χρόνια πριν ή χρόνια μετά. Με βλέμμα καταδίκης.
-Δεν είμαι εγώ αυτή, απαντώ στην υπάλληλο… Δεν υπογράφω…
-Μα τι λέτε; Κρατάτε 3 χιλιάδες ευρώ στο χέρι σας. Έλεγξα το βιβλιάριο και την ταυτότητά σας. Εσείς είστε στη φωτογραφία!.. Υπογράψτε παρακαλώ. Τι σας συμβαίνει;

Υπέγραψα; Δεν υπέγραψα; Δε θυμάμαι. Βγήκα από την τράπεζα απαρατήρητη. Δεν με καταδίωκε κανείς, μα ένιωθα κυνηγημένη, φυγάς και δραπέτης. Με γρήγορες κινήσεις πάλεψα να εξαφανιστώ. Κοίταξα τριγύρω. Δεν με καταδίωκε κανείς. Κανείς, εκτός από τον εαυτό μου.
Δεν  έχει κατάλληλη ώρα γι’ αυτό. Σου συμβαίνει σε κάποια στιγμή που ο αυτιστικός θόρυβος της πόλης υπνωτίζει τη σκέψη σου, μηχανικά αποκρίνεσαι στους γύρω σου παλεύοντας να ολοκληρώσεις  μία τετριμμένη διαδικασία που συμβατικά είχες αρχίσει. Όλα συμβαίνουν σε εκείνο το σχεδόν ανύπαρκτο ενδιάμεσο δευτερόλεπτο,  που σε εσωτερικό χρόνο ισοδυναμεί με μία ολόκληρη ώρα ή νύχτα (όχι μέρα, ποτέ μέρα. Νύχτα, που γίνονται οι βαθιές εξομολογήσεις και επανεξετάσεις του εαυτού).. Και προλαβαίνεις να βγεις από το σώμα σου, να σε δεις από μακριά, να μην σε αναγνωρίσεις, να μην αποδεχτείς την ταύτιση, «Εγώ είμαι Αυτή;», να μην θέλεις να ξαναμπείς σ’ αυτό το εγκλωβισμένο κορμί, να αρνείσαι να γίνεις Αυτή και να το σκας τρέχοντας … σαν φυγάς, σαν δραπέτης.

Έτρεξα μερικά μέτρα. Μία σφυρίχτρα τρέλαινε το μυαλό μου, σαν ένας τροχονόμος να  ήθελε να με ακινητοποιήσει για να  μου αποδώσει κλήση για ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίλιγγός μου επέστρεψε. Η αυτοαμφισβήτησή μου επίσης. Χιλιάδες σκυλιά του Παβλώφ είχαν τη μορφή μου και υποκαθιστούσαν τους περαστικούς στο δρόμο. Σιελογόνοι αδένες σήμαιναν πείνα. Οι διαφημιστικές αφίσες γελούσαν κοροϊδευτικά  στην εξαρτημένη  μου μάθηση. Εγώ, η καλύτερη μαθήτρια. Σ’ όλα τα εξαρτημένα ερεθίσματα της κοινωνίας αντιδρώ προβλέψιμα. Εκπαιδεύτηκα άριστα γι’ αυτό που προοριζόμουν: υπάκουος πολίτης, βουβή νοικοκυρά, συνεπής υπάλληλος.
Έτρεχα μ’ όλη μου τη δύναμη… να ξεφύγω... να ξεφύγω… να ξεφύγω... Νιώθω τρέχω ακόμη…

Άπλωσα το χέρι μου και σχεδόν σκαρφάλωσα στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε από μπροστά μου. Η ψηφιοποιημένη φωνή ειδοποιεί:  «Επόμενη στάση ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ». Κοντεύουμε.  Εκεί που το χρήμα δεν έχει καμία αξία. Εκεί που αν δεν έχεις συμφιλιωθεί με τον εαυτό σου, δεν ησυχάζεις ούτε μέσα στον τάφο. Εκεί που σκάβουν τη νύχτα οι αιώνιοι σχιζοφρενείς, που  έζησαν νεκροί και πεθαίνοντας στοίχειωσαν βασανιστικά τ’ ανεκπλήρωτα όνειρά τους.

Κάθισα στην γαλαρία. Όπως τότε που πηγαίναμε εκδρομή στο γυμνάσιο. Ούτε τότε ήξερα ποια ήμουν. Τότε όμως είχα την εφηβική αυταπάτη πως διαμορφώνομαι. Τώρα; Στα 40; Τι δουλειά έχω στην γαλαρία του λεωφορείου με κατεύθυνση τα κοιμητήρια, με 3 χιλιάδες ευρώ στο χέρι, με δίχως ταυτότητα, με τον ίλιγγο να φέρνει παλίρροια στο αίμα μου, με την κλειστοφοβία να παραποιεί μεταμορφωτικά το λεωφορείο σε αστυνομικό όχημα μεταφοράς καταδίκων, με την ημέρα να νυχτώνει νωρίς, με την αγκαλιά άδεια από κείνα τα ουσιώδη, εκείνα που σε κάνουν να θέλεις να γυρίσεις πίσω στο σπίτι, στη ζωή σου, στο σώμα σου.

Κοιτάζω την αντανάκλαση του εαυτού μου στον καθρέφτη.
«Δεν είμαι εγώ..». Πνίγονται τα λόγια, ξεφεύγουν τα δάκρυα. Ανοίγω το παράθυρο. Βγάζω το χέρι έξω. Σκορπίζω το πάκο με τα πενηντάευρα. Κάνω ευτυχισμένους τους περαστικούς. Βυθίζω τον εαυτό μου στο κενό και πιάνομαι από τη χειρολαβή πατώντας το κόκκινο κουμπί της στάσης.
ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ.
«Θέλω να κατέβω. Από τη ζωή μου.»      

Απότομο χειρόφρενο. Μία σειρήνα σφυρίζει. Ένα ασθενοφόρο προσπερνά το λεωφορείο, εμένα και τη ζωή μου. Κάποιος πεθαίνει. Εγώ επιζώ. Δεν με ψάχνει κανείς. Η αστυνομία απεργεί. Οι καταζητούμενοι θα μείνουν καταζητούμενοι για λίγο ακόμη.
Σουρουπώνει.. Κρύβομαι στο άλσος με τους νεκρούς, κουλουριάζομαι αγκαλιάζοντας το άγνωστο αυτό σώμα μου και σαν τρελή συνομιλώ με τις σκιές.

«Πώς γίνεται η σκιά να έχει το σχήμα του πρωτότυπου, ενώ το πρωτότυπο δεν κατάφερε να  διαμορφώσει το είναι του; Δεν θέλω να πεθάνω ανώνυμη και ρομποτικά  πανομοιότυπη μέσα στο επαναλαμβανόμενο σκηνικό αυτού του κόσμου. Όχι σαν μία αναλώσιμη φιγούρα. Δεν θέλω να πεθάνω υπάλληλος. Δεν θέλω να πεθάνω στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Θυμάμαι τους ήρωες των ιστοριών που με μάγευαν μικρή. Πού πήγε η  μαγεία; Γιατί οι τσέπες του κορμιού μου είναι άδειες; Γιατί οι διάδρομοι της σκέψης μου απομονώθηκαν από την αυλή της φαντασίας; Γιατί τρέχω λαχανιασμένη σ’ αυτόν τον τεράστιο λαβύρινθο που μοιάζει να στήθηκε για να με παγιδεύσουν; Πιάστηκα στη φάκα; Και ποιος μου δίνει αυτό το μπολάκι με το φαγητό να καταλαγιάσει την πείνα που ένιωθα από  μικρή και ήθελα να καταβροχθίσω ολόκληρο τον κόσμο και να πιω τη ζωή μονορούφι; Με ποια  κατηγορία καταδικάστηκα εσώκλειστη εδώ; Αποκόπηκα από Μένα και  με πιάσανε οι δήμιοι; Θέλω να επιστρέψω. Πίσω. Σε κείνο το κοριτσάκι που κάθεται στα σκαλιά του σχολείου και δεν μπαίνει στην Α’ δημοτικού, γιατί υποψιάζεται πως οι δάσκαλοι δεν θα της επιτρέπουν πλέον να ζωγραφίζει με τις ώρες, θα της μάθουν κανόνες, κανόνες, κανόνες, θα της μάθουν να σκέφτεται όπως πρέπει, να ενεργεί όπως πρέπει, να κάνει ησυχία, να προσαρμόζεται,  να υπακούει, να υπακούει, να υπακούει...»

Σηκώνομαι όρθια. Τρέχω στους στενούς διαδρόμους από μνήμα σε μνήμα. Σαν θρανία παραταγμένοι οι τάφοι. Ορειβατώ προς την κορυφή του λόφου του νεκροταφείου, σαν  ν’ ανεβαίνω στην απάτητη κορυφή της ψυχής μου. Εδώ έρχεσαι πιο κοντά με τη ζωή, γιατί το τέλος σού θυμίζει πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος.  Εδώ έρχεσαι πιο κοντά με το θεό σου και ξαναβρίσκεις το δρόμο που άφησες μισοτελειωμένο κάπου εκεί στο δημοτικό, τη στιγμή που έμαθες επιτέλους – μετά από τόσες τιμωρίες ή υποδείξεις- να υπακούς, να υπακούς, να υπακούς…

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά, προσανατολίστηκα και προσδιόρισα προς τα πού ήταν το δημοτικό σχολείο που φοίτησα. Άπλωσα το χέρι μου προς το κοριτσάκι που για 34 χρόνια καθόταν στα σκαλιά αρνούμενο να μπει στην τάξη της Α’ δημοτικού, όταν Εγώ διέσχιζα το διάδρομο με βουβό κλάμα. Πονά ο αποχωρισμός. Τότε αποχωρίστηκα τον εαυτό μου. Από κείνη τη στιγμή ως σήμερα, ήμουν η καλή μαθήτρια, η υπάκουη κόρη, η επιμελής φοιτήτρια, η συνεπής υπάλληλος, η υπομονετική ερωμένη, η συμβιβαστική γυναίκα, η υποτακτική πολίτης αυτής της χώρας. Με τον ίλιγγο να εμβολιάζει το αίμα μου με υψοφοβία. Έτσι είχα  άλλοθι για να κοροϊδεύω τον εαυτό μου λέγοντας πως ηθελημένα μένω «χαμηλά». Με την κλειστοφοβία μου  να με δένει πισθάγκωνα στον κέντρο του μικροσκοπικού μου διαμερίσματος. Με τους αρουραίους φόβους μου να χορεύουν τριγύρω αποθρασυνόμενοι, γνωρίζοντας  καλά πως πια δεν μπορώ ν’ αντιδράσω. Παρόμοιο χορό στήναν όλοι οι ιθύνοντες τόσα χρόνια πάνω στην αδυναμία μου ν’ αντιδράσω.

Έπιασα το κοριτσάκι από το χέρι ή το κοριτσάκι με άρπαξε από το φουστάνι της τρομαγμένης ψυχής μου. 
-Μου το υποσχέθηκες!, είπε το κοριτσάκι με έντονο παιδικό παράπονο. Μου το υποσχέθηκες πως θα οργώσουμε τη ζωή, πως δε θα μου αφήσεις ποτέ το χέρι, πως θα πάμε κόντρα, στους κανόνες, στους φόβους και θα κυνηγήσουμε το όνειρο.
Χαμήλωσα τα μάτια για τελευταία φορά.
-Η αστυνομία απεργεί. Το πιστεύεις; Η αστυνομία απεργεί! Ποιος θα το φανταζόταν! Η αστυνομία που μια ζωή την έχουμε να ταυτίζεται με το σύστημα, πάει κόντρα σ’ αυτό! Απέδρασα και δεν επιστρέφω στη φυλακή μου. Διάλεξε ένα όνομα. Θα ξαναγεννηθούμε, έστω σ’ αυτό το διήγημα, που θα θελα σαν τρελή να ήταν πραγματικότητα! Διάλεξε όνομα.
- Ελευθερία, είπε το κοριτσάκι και γύρισε την πλάτη στο σχολείο. Θα ξεκινήσουμε από τη δημόσια βιβλιοθήκη. Η Παιδεία είναι Δωρεάν, μα ο κόσμος δεν το ξέρει, γιατί δεν έχουν νομίσματα χρόνου  να πληρώσουν την αναζήτηση της Αλήθειας. Ο χρόνος μας είναι υποθηκευμένος στα χέρια εκείνων που μας έπεισαν πως τους χρωστάμε χάρη για τη μικρή μερίδα ουρανού που μας παραχώρησαν. Δεν χωράνε σ’ αυτό το εκτάριο ουρανού τα όνειρά μας. Άνοιξε το παράθυρο του μυαλού σου να σου δείξω τους γαλαξίες που σκοπεύω να φτάσουμε. Άνοιξε το βήμα της ψυχής σου και το σώμα θ’ ακολουθήσει. Μην φοβηθείς. Το άγνωστο αυτό σώμα σου τότε θ’ αποκτήσει συγγένεια με την ψυχή και εγώ δεν θα ‘μαι ένα ξένο κοριτσάκι από το  μακρινό παρελθόν σου. Θα είμαι Εσύ κι Εσύ θα είσαι Εγώ. 34  χρόνια σε περίμενα να γυρίσεις να με πάρεις μαζί σου. Να τηρήσεις τις υποσχέσεις σου.
-Νιώθω να ‘μαι Εγώ το κοριτσάκι κι Εσύ η Γυναίκα.
- Είναι που αρχίζω να γίνομαι Εσύ κι Εσύ Εγώ.

Ακούστηκαν σειρήνες. Στην οδό που ‘ναι παράλληλη με τους αδρανείς οριζόντιους διαδρόμους του νεκροταφείου γίνεται διαδήλωση. Η αστυνομία απεργεί. Ακούς; Η αστυνομία απεργεί! Ποιος θα το πίστευε!
Η ανάμνησή μου ζωντανεύει το κουδούνι του δημοτικού. Το θρανίο άδειο. Δηλώθηκε στο διευθυντή η απουσία  μίας μαθήτριας. Ενημερώθηκαν οι γονείς. Δηλώθηκε εξαφάνιση. Χτύπησαν τα Silver Alert. Σκάβω έναν λάκκο και θάβω την ταυτότητά μου. Σηκώνομαι και τρέχω. Με ψάχνουν όλοι, την ώρα που διασχίζω τους κάθετους διαδρόμους του νεκροταφείου και αναμιγνύομαι με τη διαδήλωση. Η ταχυπαλμία μου με σπρώχνει. Φωνάζω συνθήματα και κρατώ μία σημαία που ανεμίζει. Κοιτώ το πανό:
«Δε θα σε σώσει  κανείς. Μόνος σου μπορείς να σωθείς.
Κόντρα σ’ αυτό το σενάριο. Είμαστε εδώ… σήμερα και αύριο.»


Ο συγχρονισμένος αντίλαλος της διαδήλωσης με διαπερνά. Μοιάζει σαν όλοι να είχαν θάψει σε ένα μικρό λάκκο πριν λίγο τις παλιές τους ταυτότητες. Συγχρονίζομαι κι εγώ. Φωνάζω. Καίω λες από πυρετό. Με ψηλαφώ στο πρόσωπο. Μου μοιάζω, μα δεν είμαι εγώ πια ή, μάλλον, είμαι πιο Εγώ παρά ποτέ.